Wednesday, November 11, 2009
Sunday, November 08, 2009
ΦΙΛΕΝΑΔΕΣ
Labels: απόψεις
Monday, October 26, 2009
Η ωριμότητα της νεανικής ματιάς
από τον Μίλτο Σωτηριάδη
στο θέατρο του Νέου Κόσμου.
Αγαπώ το θέατρο να το γράφω και να το βλέπω. Μα το αγαπώ πιο πολύ όταν έχει πάθος και ψυχή, όταν είναι ροκ. Απεχθάνομαι το δήθεν, την πρόκληση για την πρόκληση, τα δυσνόητα και συνήθως κενά οράματα, την αδιαφορία για τον θεατή. Ίσως όλα αυτά να είναι μια τάση ορισμένων ανθρώπων του θεάτρου της προηγούμενης θεατρικής γενιάς, που στάθηκε μετέωρη ανάμεσα στο κείμενο και στη διάθεση του σκηνοθέτη να τ’ αλλάξει όλα, προσπαθώντας να βρει τον εαυτό της. Ίσως η νεότερη γενιά να κατορθώσει να ισορροπήσει ανάμεσα σ’ αυτά τα δυο και να δώσει δείγματα πραγματικού καλού θεάτρου. Είναι απαραίτητη η ανανέωση στο θέατρο, η καινούρια οπτική στα αγαπημένα έργα, αν ζούσαν ακόμη κάποιοι κλασσικοί σίγουρα θα έριχναν και οι ίδιοι μια ματιά στα κείμενά τους. Ένα κείμενο άλλωστε ποτέ δεν θεωρείται τελειωμένο, το εκβιάζουμε βάζοντας τελεία για να αφοσιωθούμε σε κάτι άλλο. Ωστόσο ανανέωση δεν σημαίνει κατάργηση του έργου. Θα έλεγα σημαίνει σεβασμός αλλά και φρέσκια ματιά, σημαίνει σίγουρα αγάπη για το πρωταρχικό υλικό αλλά και τόλμη να το περάσεις σε μιαν άλλη διάσταση.
Labels: Θέατρο
Sunday, October 04, 2009
Επικίνδυνη καταβύθιση στην ύπαρξη
Wednesday, May 27, 2009
"Είμαστε η μνήμη μας"
«Είμαστε η μνήμη μας. Θα ήταν τρομακτικός ένας κόσμος χωρίς μνήμη. Είμαστε ένα άθροισμα του χρόνου. Θέλω να πω: ο λόγος που βρίσκομαι σε αυτό το τραπέζι και μιλάμε είναι επειδή κοιμήθηκα σε αυτό το ξενοδοχείο. Δεν είμαστε μόνο το σήμερά μας, αλλά και το χθες μας. Η επιστήμη έχει εντοπίσει ότι στο κέντρο του εγκεφάλου που λειτουργεί η μνήμη, λειτουργεί και η φαντασία. Ετσι, τις αναμνήσεις τις επεξεργάζεται και τις μεταμορφώνει η φαντασία. Γι' αυτό συχνά έχουμε λάθος αναμνήσεις. Η μνήμη μεταμορφώνει, διαρκώς την πραγματικότητα».
(Από τη συνέντευξη του Αντόνιο Ταμπούκι στον Γιώργο Καρουζάκη, Ελευθεροτυπία, Τρίτη 26/5/2009, η υπογράμμιση δική μου)
Η μνήμη είναι ίσως η μεγαλύτερη κινητήρια δύναμη της λογοτεχνίας. Και θα μπορούσα να πω εν προκειμένω ακόμη και της ίδιας της ζωής. Το ευτύχημα είναι ότι η φαντασία μας έχει την ικανότητα να την... παραμορφώνει. Κι αυτό ίσως να είναι ένας θετικός παρόγοντας εξ αιτίας του οποίου μπορούμε να λησμονούμε τις τραυματικές μας εμπειρίες και να συνεχίζουμε... Άλλη μια πλευρά του ενστίκτου της επιβίωσης; Πώς αλλιώς θα μπορούσα να συνεχίσω να ζω με το βάρος τόσων θλίψεων και οδυνηρών γεγονότων; Και μήπως ο συγγραφέας δεν έχει τόσο ισχυρούς μηχανισμούς που να μεταμορφώνουν τις βαριές αναμνήσεις σε κάτι πιο λάιτ και γι' αυτό και μόνο γράφει; Και μπορεί και συνεχίζει;...
Σκέψεις μετά το "τέλος" της Θεσσαλονίκης. Τα λέμε πάλι
Monday, May 11, 2009
Wednesday, April 15, 2009
Friday, April 03, 2009
Tuesday, March 31, 2009
ROCK STORY (συνέχεια)
Συνέντευξη της Λείας Βιτάλη
Ξεκίνησε από τη διάθεση μου να μιλήσω για το ροκ και για έναν ροκ σταρ. Όπως καταλαβαίνετε, στην Ελλάδα το ροκ όταν ήρθε, πολεμήθηκε πάρα πολύ, την εποχή τη Χούντας και αργότερα, και πιστεύω ότι υπήρξαν πολύ σπουδαίοι καλλιτέχνες, ροκ σταρ, μεταξύ των οποίων ο Παύλος Σιδηρόπουλος κρατούσε την κορυφαία θέση, ο Άσιμος και άλλοι καλλιτέχνες... Το θέμα όμως ήταν ότι δεν ήθελα να γράψω μια βιογραφία κάποιου ροκ σταρ αλλά να πω κάποια πράγματα περισσότερο για τη ροκ διάσταση του ροκ. Αυτή η ροκ διάσταση πιστεύω ότι είναι μια τάση, μια διάθεση που έχουν κάποιοι άνθρωποι μέσα τους, να στέκονται κριτικά απέναντι στη ζωή, να τολμούν πράγματα, να είναι αντισυμβατικοί αν θέλετε, να καταγγέλλουν κάποια πράγματα, να έχουν οράματα, και αυτοί οι άνθρωποι πολλές φορές φιμώνονται.
Ναι, αυτό ήταν ακριβώς που συνέβη στον ήρωα μας, στον Λεό -τον έχω βαφτίσει Λεό- ο οποίος πραγματικά θα μπορούσε να οδηγήσει το κοινό του σε αληθινούς δρόμους... Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι έχουν οράματα, αντιδρούν στο κατεστημένο, αλλά ο συντηρητισμός μας τους φιμώνει, αυτή η φίμωση τους δημιουργεί βεβαίως μια οργή η οποία στρέφεται τελικά εναντίον του εαυτού τους και γίνεται μια αυτοκαταστροφική δύναμη. Αυτό το έργο να μιλάει για τη μοναξιά μας, είναι και βαθύτατα πολιτικό έργο, γιατί παίρνει μια θέση, μέσα από το πρόσωπο του ήρωα, έχω μιλήσει για κάποια πράγματα που πιστεύω ότι αξίζει ο κόπος να ειπωθούν, γιατί μας απασχολούν, ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή, αλλά και διαχρονικότερα θέματα θίγονται, όπως οι σχέσεις μέσα στην οικογένεια, η μοναξιά, η σχέση μητέρας - ιου που είναι καταλυτική, και πιστεύω ότι πίσω από όλα αυτά τα πράγματα, απ’ ό,τι και να ψάχνει ο άνθρωπος στη ζωή του, στην πραγματικότητα ψάχνει απελπισμένα για την αγάπη.
Ναι, τι σημαίνει πραγματικά το ροκ, τι κινητοποίησε στην Ελλάδα, πόσο κυνηγήθηκε και πιστεύω ότι οι πραγματικοί ροκάδες, είναι αυτοί που μέσα τους κρύβουν αυτήν την τρυφερότητα και την ανάγκη για αγάπη.
Ναι, διότι το ροκ ξεκίνησε, τουλάχιστον στη δική μου την ιστορία, από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και φτάνουμε μέχρι τον θάνατο του ήρωα μου ο οποίος γίνεται στη δεκαετία του 1990.
Βλέπουμε καταρχήν ένα άτομο πεσμένο στη σκηνή από ουσίες σε μια συναυλία και μέσα από τα τρία αυτά λεπτά που θεωρητικά έχει ο άνθρωπος για να φύγει οριστικά, περνάει όλη του η ζωή και συνειδητοποιεί το τι έχει συμβεί, σαν αναδρομή στο παρελθόν, έχει αυτήν την ιδιαιτερότητα αυτό το έργο, ότι λειτουργεί συνειρμικά, δηλαδή βγαίνουν στην επιφάνεια στιγμιότυπα από τη ζωή του ήρωα, πολύ συγκεκριμένα και πολύ δυνατά, που τον έχουν σφραγίσει και είναι σαν κάποια βίντεο κλιπ της ζωής του, ανάμεσα από τις μουσικές του, ο χρόνος μπαίνει και βγαίνει... Είναι έργο που παρόλο που μπορεί να λειτουργεί σαν βίντεο κλιπ, με στιγμιότυπα και κινηματογραφική γραφή, εντούτοις είναι ένα ολοκληρωμένο έργο, με αρχή, μέση και τέλος, που μιλάει για την πορεία αυτού του ανθρώπου και μέσα από αυτό, περνάω την άποψη που έχω και εγώ για τη ζωή.
Λατρεύω τη μουσική βεβαίως αυτή, το ροκ και δεν θεωρώ ότι ροκ είναι μόνο τον ροκ εν ρολ, αλλά ροκ μπορεί να είναι μια όπερα, μπορεί να είναι η τζαζ, μπορεί να είναι ένα ρεμπέτικο, και γενικώς δουλεύω παρά πολύ και ακούγοντας μουσική, και νομίζω ότι αυτός ο ρυθμός, που πολλοί μου λένε ότι υπάρχει στα έργα μου όλα, ακόμη και στα βιβλία μου, τα μυθιστορήματα, οφείλεται στη μουσική.
Όχι, θα έλεγα ότι είναι ένα τελείως καινούριο υβριδικό είδος, ξέρετε το μιούζικαλ είναι περισσότερο μελοδραματικές ιστορίες που μπορεί να έχουν ή να μην έχουν happy end, ή να στηρίζονται στο μελόδραμα, σε μας δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα, είναι ρεαλιστικό, είναι δράμα, είναι ένα σπαρακτικό έργο, παρόλο που προσπαθώ και το έχω πλησιάσει με μια ανάλαφρη διάθεση, αλλά νιώθεις την ειρωνεία και το βάθος κάτω από αυτό και αν θέλει κάποιος να προχωρήσει σε επίπεδα μπορεί να πάει σε πολλά επίπεδα κάτω. Ωστόσο, είναι μια πάρα πολύ κεφάτη ιστορία έστω και αν είναι μια μαύρη ιστορία.
Υπάρχουν αυτά τα ρεαλιστικά στοιχεία τα οποία όμως είναι δοσμένα με ονειρικό τρόπο, γιατί όπως σας είπα, λειτουργούν συνειρμικά, βγαίνουν από το μυαλό του ήρωα μου, και ο οποίος μπερδεύει κάποια στιγμή τις ψευδαισθήσεις, τη πραγματικότητα, το χρόνο, και όλα αυτά λειτουργούν έτσι ώστε να υπάρχει ένα παρά πολύ ονειρικό και αν θέλετε μεταφυσικό στοιχείο στο έργο.
Είναι τελείως φρέσκο έργο, τελείωσε τώρα το Γενάρη ουσιαστικά, το παλεύω τρία χρόνια και ήταν πραγματικά για μένα μια πάλη, σαν να πάλευα με θηρία, αυτοί οι άνθρωποι, γιατί δεν είναι απλώς προσωπικότητες και ήρωες, νομίζω ότι είναι και σύμβολα και ο πατέρας και η μητέρα και ο αδελφός και η αδελφή μέσα στην οικογένεια λειτουργούν συμβολικά...
Ο ήρωας μου κάποια στιγμή λέει μην παίρνετε ηρωίνη, είναι μια παπάρα, δεν μπορεί να σου δώσει κανένα όραμα. Το πιστεύω αυτό, δηλαδή δεν έχει πλέον αυτό που υπήρχε παλιότερα σε σχέση με το παραμύθι, γι' αυτό και την ηρωίνη την λέγαν «παραμύθα» παλιότερα, έχει ξεφτίσει. Τώρα η ιστορία των ναρκωτικών είναι αλλού, είναι στους εμπόρους και πώς θα ξεφύγεις από αυτούς, δεν υπάρχει αυτό το παραμύθι γύρω από τα ναρκωτικά. Βεβαίως, μπορούμε να είμαστε ροκ κρατώντας μια κριτική στάση ζωής απέναντι στα πράγματα, αλλά δεν έχουμε κανένα λόγο να χρησιμοποιούμε ουσίες για να μπορούμε να κρατήσουμε αυτή τη στάση.
Για μένα το ροκ είναι μια στάση ζωής, να μη παραμυθιάζεσαι από τα πράγματα, να μπορείς να κρατάς μια κριτική στάση και ως επί το πλείστον να μπορείς να λες την αλήθεια, να μη βολεύεσαι.
ΝΑΤΑΣΑ ΧΟΛΙΒΑΤΟΥCITY PORTAL (17/3/2009)
(Free press Θεσσαλονίκης)
Wednesday, March 25, 2009
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΚΟΥΛΙΩΝΗ
"...Κάποτε ήμουν άνθρωπος με όνειρα, με όρεξη για μάθηση, με κερδοφόρα επιχείρηση, με όρεξη για δημιουργία.
Σήμερα, όλος αυτός ο πόνος, η κακοποίηση, ο βιασμός του σώματος και της ψυχής που έχω υποστεί με κάνουν να ονειρεύομαι πως τους σκοτώνω όλους αυτούς που πληρώνονται για να βασανίζουν αδύναμους ανθρώπους.
(Από την επιστολή της στο Συνήγορο του Πολίτη στις 20/2/2009 ένα μήνα πριν το οριστικό τέλος.)
ΣΧΟΛΙΟ ΚΑΝΕΙΣ;
Monday, March 23, 2009
ROCK STORY (συνέχεια)

Ο Μαρίνος Δεσύλλας ως Λεό και η Ιωάννα Παγιατάκη ως Χρυσόφη στο Rock Story που παίζεται στη Μονή Λαζαριστών στη Θεσσαλονίκη.
Η οικονομική κρίση θα μας κάνει ροκάδες
Monday, March 16, 2009
ROCK STORY

"Όταν άρχισα να σχεδιάζω στο μυαλό μου το «Rock Story» πίστευα ότι θα έγραφα απλώς την ιστορία ενός ροκ σταρ. Έβλεπα μπροστά μου την εικόνα ενός νέου ανθρώπου να τα δίνει όλα πάνω στη σκηνή. Όμως αυτό δεν ήταν παρά ένα σκέτο περίγραμμα του ήρωά μου. Κάθε έργο λίγο ως πολύ, πέρα από την επικοινωνία του με τον θεατή, βοηθάει και τον συγγραφέα του να συμφιλιωθεί με ένα δικό του φόβο, να επουλώσει μια βαθιά χαραγμένη πληγή του. Καθώς το περίγραμμα του ήρωά μου έπρεπε να γεμίσει με κάτι πιο πολύπλευρο από τη μαγεία του ροκ πάνω στη σκηνή, άρχισα, ως συνήθως, να σκάβω μέσα μου. Δειλά δειλά άρχισαν να ξεπετάγονται κάποιες παλιές εικόνες οικογενειακής «ευτυχίας» (!) που με σφράγισαν, άλλες εικόνες δρόμου μέσα σε πλήθος που κυνηγιόταν από τα τανκς, ύστερα απελπισμένοι έρωτες που έσβηναν σε θαλασσοδαρμένες ακρογιαλιές… Ένας αληθινός κατακλυσμός από εικόνες, αισθήσεις, συναισθήματα, οδύνη, φόβο και πάθος. Είχε αρχίσει να αχνοφαίνεται η αληθινή «ροκ» διάσταση του έργου. Η δική μου αλήθεια!
Μα πώς θα χωρούσαν όλα αυτά όμως μέσα σε 120 λεπτά έργο; Η κατάσταση είχε αρχίσει να γίνεται ανεξέλεγκτη. Και παρέμεινε έτσι για δύο ολόκληρα χρόνια. Βουνά από kilobites στον υπολογιστή! Ώσπου ξαφνικά ένα βράδυ ο ήρωάς μου –που τον βάφτισα Λεό, γιατί είχα την αίσθηση ότι προσπαθούσα να τιθασεύσω ένα λιοντάρι- έπεσε νεκρός πάνω στη σκηνή την ώρα που τραγουδούσε. Τότε ήταν που μπήκαν όλα τα πράγματα στη θέση τους. Ο Λεό δεν είχε παρά μόνο τρία λεπτά μέχρι να «φύγει» οριστικά, για να ξαναθυμηθεί όλη του τη ζωή. Τρύπωσα στο μυαλό του κι ακολούθησα τους συνειρμούς του. Ανέβαινα και κατέβαινα ορμητικά στο χρόνο διαλέγοντας καταστάσεις και εικόνες. Έπρεπε όλα να είναι πολύ σημαντικά για να αναδειχτεί μόνο η ουσία. Ήταν στ’ αλήθεια μια τρέλα. Οι στιγμές της ζωής του μπερδεύονταν με τις μουσικές του, τα όνειρα με την πραγματικότητα, οι επιθυμίες με τις ενοχές, τα πρόσωπα έμπαιναν κι έβγαιναν αυθαίρετα ακολουθώντας δικούς τους συνειρμικούς κανόνες, ζούσα σ’ έναν ανεμοστρόβιλο. Πού είναι ο περίφημος ρεαλισμός μου, αναρωτιόμουν. Τότε συνειδητοποίησα ότι έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή μας που ανακαλύπτουμε στην τέχνη κάτι πιο αληθινό από τον ρεαλισμό. Κάτι πολύ πιο κοντά στην αληθινή φύση του ανθρώπου που δεν έχει αίτια και αιτιατά. Ακολουθεί τη διαδρομή του ονείρου και της επιθυμίας, του συναισθήματος και όχι της λογικής. Και αφέθηκα ανακουφισμένη σ’ αυτό. Το "Rock Story", όπως λίγα χρόνια πριν το "Addio del passato" για άλλους λόγους, με λύτρωσε από μια μεγάλη μου αγωνία, καθώς έψαχνα απελπισμένη, από τότε που κατάλαβα τον εαυτό μου, να βρω το νόημα της ζωής ενώ, στην πραγματικότητα –διαπίστωσα- έψαχνα να βρω την αγάπη… Και τώρα αναρωτιέμαι μήπως το ένα δεν είναι παρά η άλλη πλευρά του άλλου…
Αυτό ήθελα να εμπιστευτώ σε όσους «ταξιδέψουν» με το «Rock Story»."
(Σημείωμα της συγγραφέως από το πρόγραμμα της παράστασης)
Το «Rock Story», εμπνευσμένο από την προσωπικότητα ενός διάσημου έλληνα ροκ σταρ, ανεβάζει live στη σκηνή το ροκ συνδυασμένο για πρώτη φορά με τον θεατρικό λόγο. Ένα ιδιαίτερο έργο πλημμυρισμένο με τη μουσική της ελληνικής ροκ σκηνής, όπως Σιδηρόπουλος, Άσιμος, Τρύπες, κ.α. αλλά και των Rolling Stones, των Doors και άλλων θρυλικών ονομάτων της ροκ. Γραμμένο με ευαισθησία και χιούμορ μιλάει για τον αληθινό άνθρωπο πίσω από τον ροκ σταρ. Ποιος είναι; Τι τον σπρώχνει σ’ αυτή τη δύσβατη διαδρομή και τι σημαίνει τελικά το τρίπτυχο σεξ, ντραγκς και ροκ εντ ρολ που σφράγισε μια ολόκληρη εποχή και λειτουργεί ακόμη;
Σκηνικά-κοστούμια: Αναστασία Αρσένη
Ενορχήστρωση μουσικής: Παναγιώτης Αυγερινός
Φωτισμοί: Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Οργάνωση παραγωγής: Ηλίας Κοτόπουλος
Μαρκέλλα-Νεφέλη Δουζενάκη,
Χρύσα Ιωαννίδου, Δήμητρα Λαρεντζάκη,
Ιωάννα Παγιατάκη, Βασίλης Σπυρόπουλος.
Η παράσταση ξεκίνησε ήδη στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, στη Μονή Λαζαριστών., σκηνή Σωκράτης Καραντινός,
Όποιος φίλος Θεσσαλονικιός επιθυμεί να τη δει ας μου στείλει μέιλ.
Sunday, January 25, 2009
Όμορφη -ροκ- Θεσσαλονίκη
Thursday, January 22, 2009
"ROCK STORY"
Το «Rock Story» εμπνευσμένο από την προσωπικότητα ενός διάσημου έλληνα ροκ σταρ, ανεβάζει live στη σκηνή το ροκ συνδυασμένο με τον θεατρικό λόγο. Ένα έργο πλημμυρισμένο στη ροκ μουσική του Σιδηρόπουλου, των Rolling Stones, των Doors και άλλων.
Ποιος είναι ο αληθινός άνθρωπος πίσω από τον ροκ σταρ; Τι τον έσπρωξε σ’ αυτή τη δύσβατη διαδρομή και τι σημαίνει τελικά το τρίπτυχο σεξ, ντραγκς και ροκ εντ ρολ που σφράγισε μια ολόκληρη εποχή και λειτουργεί ακόμη;
Το «Rock Story» μιλάει για τις ουσίες και την αυτοκαταστροφή, για τη μοναξιά μέσα στις σχέσεις των ανθρώπων, για τον έρωτα, για το απεγνωσμένο ψάξιμο της αληθινής ζωής πέρα από τις εξαρτήσεις και την βαθιά ανθρώπινη ανάγκη για αγάπη.
Thursday, January 15, 2009
Εν αναμονή...
«ROCK STORY»
Ένας νέος άντρας ξεπερνάει τα όριά του και πέφτει νεκρός ντυμένος τη γύμνια του πάνω στη σκηνή. Ποιος είναι; Τι ζητούσε από τη ζωή του και πώς έφτασε μέχρις εκεί;
(Η συνέχεια σε λίγες μέρες)Tuesday, December 30, 2008
Sunday, December 28, 2008
Το "Πάρτυ Γενεθλίων" τέλειωσε
ΧΑΡΟΛΝΤ ΠΙΝΤΕΡ
(10 Oκτωβρίου 1930 – 24 Δεκεμβρίου 2008),
Tuesday, December 23, 2008
Friday, December 19, 2008
Ο βασανισμός κληροδοτείται...

...και περνώντας από σώμα σε σώμα, σαν μνήμη, μεταλλάσσεται σε άγρια τέχνη, φορτισμένη μ΄ολες εκείνες τις σκοτεινές πληγές που αιμορραγούν ακόμα κι αφού έχουν στεγνώσει. Ο Ηλίας Μαγκλίνης καταδύεται στα τρομώδη βάθη της ανθρώπινης ψυχής χωρίς συναισθηματισμούς και ανασύρει τον πυρήνα μιας βασανισμένης ύπαρξης που ταυτίστηκε τόσο έμμονα με το σφαγιασμένο κορμί του που κατέληξε αυτό να αποτελεί τη μοναδική του αγάπη. Μια αγάπη που δεν επιθυμεί να τη μοιραστεί ούτε με τα πιο κοντινά του πρόσωπα, φοβούμενος μήπως διαλύσει και μείνει γυμνός. Η Μαρίνα, η κόρη του βασανισμένου, πλάθει στο επίπεδο της τέχνης την οργισμένη της φτυσιά στον ορατό κόσμο του σήμερα, που δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώτικος έχοντας σαν πρόγονό του τον κόσμο που προηγήθηκε. Τελειώνοντας την "Ανάκριση" (εκδόσεις Κέδρος), συγκλονισμένη από τη δύναμη της ωμής ποίησής της, δεν μπόρεσα να μη κάνω τους συσχετισμούς. Αν η βία έχει συσσωρευτεί εντός και έχει κληροδοτηθεί, τότε η οργή είναι το επόμενο βήμα. Και όσο πιο πολύ συσσωρευμένη η βία στο κορμί τόσο η έκρηξη ισχυρότερη. Δεν είναι επικαιρική η νουβέλα του Μαγκλίνη, κι ας μιλάει για μπάτσους και βασανιστές, αντίθετα είναι μια καλά χωνεμένη ιστορία με συνέπεια στους χαρακτήρες και στις καταστάσεις που απορρέουν από αυτούς. Και κάτι ακόμα πιο σημαντικό για μένα, όσο κι αν ο συγγραφέας προσπαθεί να μας πείσει στο τέλος του βιβλίου με παράθεση των πηγών για την ιστορία του, γεγονός που σημαίνει ότι το κείμενό του προέρχεται από εμπεριστατωμένη ανάγνωση και αφομοίωση διαβασμάτων σχετικών με το ΕΑΤ/ΕΣΑ, δεν πειθόμαστε. Ο ίδιος ο συγγραφέας . έχει καννιβαλίσει τη δική του ψυχή καταθέτοντας μια αληθινή αλήθεια που δύσκολα εκπορεύεται από ξένα συγγράμματα. Γι' αυτό αυτή η αλήθεια της νουβέλας του σου κόβει την ανάσα. Για άλλη μια φορά θα πω ότι οι μνήμες επιστρέφουν και μας τρομοκρατούν... Ηλία Μαγκλίνη με έπεισες.
Labels: Λογοτεχνία
Monday, December 08, 2008
Thursday, December 04, 2008
Friday, November 28, 2008
Η κριση λοιπόν...
Σκέψεις πολλές και αντιφατικές πάνω στο πρόβλημα της κρίσης και μερικές απόψεις που σχετίζονται μ’ αυτό ίσως βοηθήσουν να διαμορφώσουμε σαν πολίτες μια πιο προσωπική άποψη. Η αλήθεια, η απάθεια, η εξουσία, ο καπιταλισμός, η υπέρτατη αξία του χρήματος, η συμπόνια, το καλό, το κακό, και η ανθρωπιά μπλέκονται σαν έννοιες και ανάλογα πως θα τις παραθέσεις βγάζουν ένα άλλο νόημα. Αλλά για να βγάλεις ένα όποιο νόημα η προϋπόθεση είναι να σκεφτείς. Και η σκέψη θέλει χρόνο, απαιτεί βραδύτητα. Ή και κάτι περισσότερο. Κουπί αντίθετα στο ρεύμα.
«…Πάντα πρέπει να λες την αλήθεια, όποιες κι αν είναι οι συνέπειες. Και η αλήθεια δεν είναι ποτέ δημοφιλής… Η δουλειά μου είναι να συγκρούομαι με την απάθεια, να συγκρούομαι με όλες τις δυνάμεις που προσπαθούν να μας εξολοθρεύσουν, χρησιμοποιώντας κάθε κατασταλτικό μέσο… Είμαι ανθρωπίστρια. Στόχος μου είναι οι άνθρωποι σε θέσεις εξουσίας, οι πολιτικοί, οι παπάδες, οι στρατιωτικοί και οι μισθοφόροι των πολυεθνικών…»
Λίντια Λαντς, περφόρμερ
Έντουαρντ Λούτβακ, πρώην σύμβουλος του προέδρου Ρήγκαν.
Τέρι Ίγκλετον, θεωρητικός της λογοτεχνίας
Labels: Kαθρέφτες
Friday, October 10, 2008
ΑΠΑΝΤΑ ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΤΟΜΟΣ Α'

Τα θεατρικά έργα γράφονται για να παίζονται στη σκηνή. Ο λόγος τους ζωντανεύει από τους ηθοποιούς που εμφυσσούν σ' αυτούς λίγη ζωή από τη ζωή τους. Γι' αυτό το θέατρο είναι ό,τι πιο ζωντανό υπάρχει στην τέχνη. Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο "Αιγόκερως" ο πρώτος τόμος με μερικά από τα θεατρικά που γράφτηκαν ανάμεσα στο 1998 και το 2004. Είναι τέσσερα και από αυτά έχουν παρασταθεί στη σκηνή τα τρία μέχρι στιγμής. Το "ΓΕΥΜΑ", το "ΜΕΓΑΛΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ" και το "ADDIO DEL PASSATO". Το "ΑΓΑΠΑ ΜΕ!" (που προσωπικά το αγαπώ πολύ) περιμένει...
«…Η Βιτάλη διακρίνεται για μια οξύτατη κριτική ματιά, για μια σχεδόν απελπισμένη για τα ανθρώπινα στάση και για μια βαθιά ειρωνική σχεδόν χλευαστική θέση. Ο ιδιάζων τρόπος της γραφής της είναι πλησιέστερος στη σάτιρα και ο τρόπος που αντιμετωπίζει τα κοινωνικά, τα ηθικά προβλήματα του καιρού μας είναι ο ψύχραιμος χειρουργικός.
Απ' αυτή την άποψη, αν λάβουμε υπόψη μας τη δραματουργική παράδοση, όχι μόνο στον τόπο μας, η γραφή της Βιτάλη είναι αρκούντως «ανδρική», με την έννοια ότι δεν καταφεύγει σε μέσα που προσιδιάζουν σε πλέον ευαίσθητες ιδιοσυγκρασίες.
Συχνά εκπλήσσει στη δραματουργία της μια ωμότητα, μια τόλμη λεκτική, στρατηγικές ανδρών και γυναικών. Ένας έντονος επιθετικός τόνος και ψυχολογικές αναλύσεις αποκαλυπτικές, απωθημένων και όχι σπάνια εγκληματικών σχεδίων.
Η Βιτάλη θεωρεί ως δεδομένο πάντα, ώστε παρέλκει να το αναλύσει, το δυσλειτουργικό σύστημα μέσα στο οποίο αναπτύσσονται οι συγκρούσεις των δύο φύλων.
Εκείνο που την απασχολεί είναι τα αίτια που προκαλούν αυτές τις συγκρούσεις που δεν είναι πάντα καταγωγικά αλλά συγκυριακά.
Η Βιτάλη όταν εντοπίζει ένα πρόβλημα, ανεξάρτητα αν η σύγκρουση γίνεται ανάμεσα σε συζύγους, εραστές, γονείς προς τέκνα, εξουσιαστών και εξουσιαζομένων, το μελετά ως στρατηγικό και τακτικό ανάπτυγμα, έτσι ώστε καταγράφει λάθη, πάγιες, τεχνικές, ρητορικές και επιχειρηματολογία, έτσι συχνά διαπιστώνει κανείς πως οι γυναίκες έχουν ανδροπρεπή επιχειρήματα, επιθετικές μεθόδους και άνδρες επιστρατεύουν γυναικείες ευαισθησίες και αμυντικές στρατηγικές.
Το θέατρο της Βιτάλη είναι ενταγμένο, όχι ως προγραμματικό πρόταγμα αλλά ως καταγραφικό καθήκον, στην υποδόρια κοινωνική σάτιρα και τον ρεαλιστικό κριτικό στοχασμό. Θέατρο αποκαλυπτικής δραματουργίας των κοινωνικών μας στερεοτύπων.»
(Από το εισαγωγικό του σημείωμα στην έκδοση)
Labels: Θεατρικά Έργα
Monday, September 01, 2008
ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ: Το "μικρό καλοκαιράκι"
ΚΑΛΕΣ ΕΜΠΝΕΥΣΕΙΣ
Διαβάζω ένα βιβλίο με πρωταγωνιστή ένα νεαρό αγόρι στην ηλικία περίπου του δικού μου πρωταγωνιστή, του Μπίλυ. (Αποφάσισα να τον ονομάσω Μπίλυ τελικά). Ο συγγραφέας έχει μπει στη θέση αυτού του αγοριού και αφηγείται την ιστορία μέσα από τη δική του οπτική. Είναι το ίδιο με αυτό που έχω ξεκινήσει να κάνω κι εγώ εδώ και ένα χρόνο. Μου αρέσει αυτός ο τρόπος , να μπορείς να μπαίνεις απόλυτα στη θέση του άλλου, αλλά είναι οδυνηρός στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι έχεις να ανασύρεις από το πολύ μακρυνό παρελθόν μνήμες παιδικές που μπορεί να ξύνουν παλιές πληγές. Δεν υπάρχει όμως άλλος τρόπος αν θέλεις να είσαι "αληθινός". Να ταυτιστείς απόλυτα με τον ήρωά σου. Έχω καθυστερήσει, το γνωρίζω. Αλλά μεσολάβησαν άλλα πράγματα (κάποιο θεατρικό έργο, κάποιο σήριαλ, κλπ) που με κράτησαν μακριά. Ίσως να ήταν και μια δικαιολογία γιατί δεν ήθελα να "σκάψω" εκεί. Μα τι είναι τέλος πάντων ο συγγραφέας; Ένας σκαφτιάς του εαυτού του; Έλεος! Δεν υπάρχει πιο εύκολος τρόπος; Ή μήπως και αυτός είναι ο τρόπος ΜΟΥ; Όπως και να 'χει δεν μπορώ να κάνω πίσω, τώρα, μετά από τόσα χρόνια "σκαψίματος", μετά από τη λεπτοδουλειά της προσωπικής τεχνικής, μετά από επαίνους και απορρίψεις, μετά από σκληρή δουλειά και χτύπημα στο μαλακό υπογάστριο, οι λύκοι είναι εδώ, αντιμετώπισέ τους...
Labels: diary
Thursday, July 31, 2008
Friday, July 04, 2008
Στρογγυλό Τραπέζι για το Ιστορικό Μυθιστόρημα
Συμφωνίες και α-συμφωνίες, ενδιαφέρουσες ματιές σε παρελθόν και μέλλον, αλλά και αρκετά ερωτήματα για περαιτέρω... κονταρομαχίες, προέκυψαν στη συζήτηση στρογγυλής τραπέζης που είχαμε πάνω στο θέμα του ιστορικού μυθιστoρήματoς, ένα όμορφο βράδυ πριν από λίγες βδομάδες, με τον Νίκο Kuριαζή, αναπληρωτή καθηγητή του Οικονομικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και συγγραφέα, τον Αλέξη Ζήρα, κριτικό λογοτεχνίας, τον Γιώργο Περαντωνάκη, υποψήφιο διδάκτορα Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών - κριτικό λογοτεχνίας και τη Λεία Βιτάλη, συγγραφέα.
-Ξεκινώντας αυτή τη συζήτηση, ίσως είναι καλό να επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε τον όρο ιστορικό μυθιστόρημα...
ορίζοντά του το μυθιστόρημα. Νομίζω πάντως ότι τα τελευταία χρόνια αυτό εκλείπει, γι' αυτό και λιγοστεύουν τα βιβλία που διεκδικούν εξ υπαρχής τον τίτλο του ιστορικού μυθιστορήματος.
Περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ, Μάιος 2008
Labels: Δημοσιεύσεις
Wednesday, May 14, 2008
Ανήλικη γροθιά
«…Η τρύπα στη γλώσσα μου, που πριν αρχίσω το τατουάζ χωρούσε μπίλια των 10g, τώρα είχε φτάσει στα 6g. Κάθε φορά που την ξεχείλωνα πονούσε τόσο πολύ, που με έκανε να λέω πως δεν γίνεται να μεγαλώσει άλλο. Κάθε φορά που έβαζα μια μεγαλύτερη μπίλια, έχανα τη γεύση μου για όλη τη μέρα. Ο συνεχής πόνος με έκανε ευερέθιστη, με έκανε να θέλω να πεθάνει όλος ο κόσμος. Και φυσικά, με το γνωστό εγωισμό μου, ξεσπούσα συνεχώς πάνω στον Άμα. Ωστόσο, έτσι είμαι εγώ. Τόσο απλά. Έχω την ευφυΐα και τις ευαισθησίες μιας μαϊμούς…»
Η Ιαπωνία σήμερα. Ανήλικη βία. Τατουάζ. Τρυπήματα. Αλκοόλ. Ναρκωτικά. Μοναξιά. Απέραντο κενό. Η Χιτόμι Κανεχάρα, που στα 11 παράτησε το σχολείο και στα 20 έκανε μπεστ σέλλερ με τη «Γλώσσα του φιδιού» παραείναι μέσα στα πράγματα και δίνει γερές δόσεις Ιαπωνικής… σαδομαζοχιστικής βίας στο βραβευμένο βιβλίο της. Δεν θα ‘θελα να το είχα γράψει, με κέρδισε όμως η αμεσότητά του. Κάτι σα σβουριχτό χαστούκι που σε κάνει να το θυμάσαι για καιρό. Ανήλικα γιαπωνεζάκια μακριά απ’ την οικογένεια και τα σπίτια τους δεν έχουν τι άλλο να κάνουν και κυνηγούν τα όριά τους παίζοντας με τη φωτιά, με τον πόνο και το θάνατο καθημερινά λες και γλείφουν ένα ηδονικό γλειφιτζούρι. Τόσο απλά.
Το στόρυ; Όταν η Λούι γνωρίζει τον Άμα σ’ ένα μπαρ μαγεύεται από τη διχαλωτή του γλώσσα και αποφασίζει να τρυπήσει και τη δική της. Τα υπόλοιπα είναι σεξ, ντραγκς και φλερτ με την καταστροφή.
«Η γλώσσα του φιδιού»
Μετάφραση Γιάννης Σπανδώνης
126 σελίδεςΕκδόσεις "Ωκεανίδα"
Labels: Βιβλία
Saturday, May 10, 2008
Tuesday, February 26, 2008
Τα όρια της ελευθερίας
αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να τα λες."
Οι μπλόγκερς γνωρίζουμε πού σταματά η ελευθερία μας. Είναι το σημείο που αρχίζει η ελευθερία του άλλου. Όταν παραβαίνουμε αυτό το όριο σημαίνει ότι η οργή είναι πιο δυνατή από τον αυτοέλεγχο.
Αλλά οι κοινωνίες έχουν νόμους. Και ο καθένας πληρώνει το τίμημα της επιλογής του να εκφράζεται κατά βούλησιν.
Για πρώτη φορά ωστόσο στην ιστορία του κόσμου ο άνθρωπος έχει αυτή τη μεγαλειώδη δυνατότητα!
Monday, January 14, 2008
ΕΝΑ BLOG ΜΝΕΣΑ ΣΤΟ BLOG
ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΜΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
Γεια! Το όνομά μου είναι Εlisealveda Noe. Αυτό το blog είναι του Θεού. Δημιουργήθηκε για να καταγράφουμε όσα συμβαίνουν κατά την παραμονή μας στην Κιβωτό μαζί με τα 50.000 ζώα και τουλάχιστον 1.000.000 έντομα που φιλοξενούμε. Κατ’ εντολή του Θεού θα ζήσουμε μαζί 6 μήνες, μέχρις ότου σταματήσει ο κατακλυσμός και βγούμε πάλι έξω στον κόσμο. Που λέει ο λόγος κόσμο, αφού δεν θα υπάρχει εκεί έξω κανείς. Ο Θεός θα τον καταστρέψει για τις αμαρτίες του, είπε. Εδώ και σαράντα χρόνια μας είχε προειδοποιήσει αλλά... Σόδομα και Γόμορρα! Έτσι διάλεξε εμάς για να φέρουμε εις πέρας το έργο της σωτηρίας του κόσμου, διότι θα ήταν, λέει, μεγάλος μπελάς να τον καταστρέψει ολοσχερώς και μετά να τον ξαναφτιάξει από την αρχή. Μόνο τα έντομα να σκεφτείς σε πιάνει τεταρταίος. Τώρα το συνειδητοποίησα με όλα αυτά εδώ μέσα να βουίζουν τρελαμένα. Είπα στον άντρα μου να πετάξουμε μερικά, όμως χωρίς την έγκριση του Θεού γίνεται; Τα θέλει όλα. Αλλά έξι μήνες είναι, θα περάσουν, ελπίζω, χωρίς απρόοπτα.
Ψάρια, ευτυχώς, δεν έχουμε διότι αυτά δεν παθαίνουν τίποτα στη βροχή. Βέβαια δεν μπορώ να φανταστώ τι αμαρτίες μπορεί να κάνει ένα ψάρι. Που οι καρχαρίες τρώνε ανθρώπους; Αυτό όμως θεωρείται αμαρτία άμα πεινάς; Πάντως αν θέλει μπορεί να τα καταστρέψει μετά ρουφώντας τη θάλασσα.
Στο blog θα έχω ανοικτά τα σχόλια, αν κάποιος θέλει να επικοινωνεί μαζί μας, αλλά φαντάζομαι θα έχουν κάτι καλύτερο να κάνουν τις τελευταίες στιγμές της ζωής τους.
Καλή αρχή.
(Αναρτήθηκε από τη blogger Νoe στις 10 Σεπτεμβρίου).
ΣΧΟΛΙΑ
Ανώνυμος είπε: «Noe καλώς όρισες. Πού βρίσκεσαι τώρα;»
Noe είπε: «Ακόμη στο έδαφος, φίλε. Μόλις άρχισε να ψιχαλίζει. Ο άντρας μου με τις κόρες μας ετοιμάζουν τις μερίδες για τα ζωντανά κι εγώ με τους γαμπρούς μας θα τα ταϊσουμε. Ελπίζω να τελειώσουμε μέχρι το πρωί.»
Ανώνυμος είπε: «Με παίρνετε μαζί σας; Μπορώ να σας βάλω μουσική στο blog και βιντεάκια για να παίρνετε διαφημίσεις.»
Noe είπε: «Μη εισενέγκεις ημάς εις πειρασμόν, διάβολε. Καληνύχτα.»
Ανώνυμος είπε: «Οκέυ. Σου λέει τίποτα ότι είμαι πολύ νέος για να πεθάνω;»
ΔΑΓΚΩΜΑ ΦΙΔΙΟΥ
Ήθελα να γράφω συχνότερα αλλά εδώ μέσα γίνεται της τρελής. Βρέχει καρεκλοπόδαρα. Έχουμε σηκωθεί από το έδαφος και πλέουμε προς την Αφρική, λέει ο άντρας μου. Εδώ μέσα όλα είναι under control εφόσον τα ζώα έχουν ταϊστεί. Ξεραίνονται στον ύπνο και μπορούμε να κάνουμε τις δουλειές μας. Μαγείρεμα, καθάρισμα. Μη φανταστείτε τίποτ’ άλλο και κολαστείτε άδικα. Ο άντρας μου λέει εδώ δεν ξέρουμε αν θα μας φτάσουν οι σακούλες σκουπιδιών. Δίκιο έχει, τα περιττώματα κοντεύουν να μας πνίξουν. Εμείς όμως σαν ζευγάρι θέλουμε, δεν θέλουμε τις ιδιαίτερες στιγμές μας; Είχαμε και τον πρώτο μας θάνατο. Μια αρκουδίνα τη δάγκωσε φίδι. Βλέπετε, είμαστε ο ένας πάνω στον άλλον. Ο Noe είπε τις νύχτες να κρατάμε βάρδιες μη μας δαγκώσουν κι εμάς. Ο Θεός δεν μας είχε προετοιμάσει για τέτοια. Ας βάλει τώρα το χεράκι Του. Το πρόβλημα με το πτώμα της αρκούδας είναι ότι δεν μπορούμε να το πετάξουμε έξω γιατί, άμα ανοίξουμε, θα πλημμυρίσουμε. Ο Noe λέει να το τεμαχίσουμε και να το μαγειρέψουμε για τα άλλα ζώα γιατί σε λίγο θα τελειώσουν οι eπρομήθειες έτσι που τρώνε. Τώρα αυτό θα είναι αμαρτία; Αν με λαμβάνει ο Θεός ας μου απαντήσει. Κατά τα άλλα everything under control.
(Αναρτήθηκε από τη blogger Noe στις 25 Νοεμβρίου).
ΣΧΟΛΙΑ
Ανώνυμος είπε: «Πλησιάζετε το βράχο του Γιβραλτάρ, σας βλέπω. Όλοι εδώ έξω έχουμε τρομερή αγωνία. Αγοράζουμε τρόφιμα και κάνουμε σεξ ασταμάτητα. Μερικοί πεθαίνουν πάνω στους οργασμούς. Παρακαλώ βοηθείστε με. Πάρτε με μαζί σας.»
Noe είπε: «Συνεχίζετε να υπηρετείτε τον Σατανά και ζητάτε βοήθεια;»
Ανώνυμος είπε: «Ουκ επ’ άρτο μόνο ζήσετε –όσο ζήσετε- άνθρωπος, καλή μου.»
ΓΑΛΟΠΟΥΛΑ ΨΗΤΗ
Ούτε ξέρω πώς περνάει ο καιρός. Όλα εξακολουθούν να είναι under control εκτός από μια τρομακτική δυσοσμία που έχει ποτίσει την κιβωτό, τα ρούχα μας, τα σώματά μας. Δεν ξεχωρίζω τη μυρωδιά των ανθρώπων από των ζώων. Τέτοια αποκτήνωση. Σήμερα -25 Δεκεμβρίου- είχα μια ασυγκράτητη επιθυμία για γαλοπούλα ψητή, δεν ξέρω γιατί. Έτσι έσφαξα μία κρυφά. Στον Noe είπα ότι τα κακάρωσε μόνη της, μέσα σε τόσα πτώματα που σκουντουφλάμε πάνω τους, ακόμη ένα. Τώρα άμα θέλεις τόσο πολύ κάτι και δεν κρατιέσαι, είναι αμαρτία; Πάντως τη φάγαμε και την καταφχαριστηθήκαμε, Θεέ μου συγχώρα με. Και ούτε φωνή ούτε ακρόαση από τον Ύψιστο. Δεν ξέρω τι να υποθέσω. Οι αμαρτίες εξακολουθούν να είναι οι ίδιες εδώ μέσα όπως ήταν στον έξω κόσμο; Ο Noe δεν θέλει ν’ ακούει τίποτα πια. Αφού ούτε μια ματιά δεν μου ρίχνει. Που ο παλιός Noe που με κυνηγούσε όλη μέρα και τα βράδια, αχ, εκείνα τα βράδια… Πάω τώρα γιατί έχω ετοιμόγεννη μια κατσίκα, η ρουφιάνα σαν κότα του καθότανε του τράγου και μπροστά στα μάτια μου.
(Αναρτήθηκε από τη blogger Noe στις 25 Δεκεμβρίου).
ΣΧΟΛΙΑ
Ανώνυμος είπε: «Για κάποιο λόγο μου εξάπτεις τη φαντασία. Αχ, και να ‘μουνα μαζί σου τις νύχτες.»
Noe είπε: «Πίσω μου σ’ έχω σατανά! Κι έχω ανάψει. Πλέουμε στο Λυβικό και κάνει μια ζέστη!»
Ανώνυμος είπε: «Τι φοράς; Εγώ ένα ολόσωμο κολλητό κατάμαυρο γυαλιστερό δέρμα.»
ΠΑΝΖΟΥΡΛΙΣΜΟΣ
Θεέ μου, αν με λαμβάνεις, βάλε το χεράκι Σου. Εδώ μέσα θα τρελαθούμε. Τα τρόφιμα έχουν τελειώσει, το μόνο που έχει μείνει είναι τραχανάς και ο Noe είναι αλλεργικός στα σιτηρά. Ευτυχώς οι κότες ακόμη γεννάνε και τρώμε κανά αυγό. Με τα ζώα δεν υπάρχει πρόβλημα. Τρώνε το ένα το άλλο. Έτσι αραιώνουμε και λιγάκι. Ο Noe, χρυσοχέρης άνθρωπος, έφτιαξε ένα πατέντο να παίρνει νερό από τη στέγη κι έτσι δεν κινδυνεύουμε από λειψυδρία τουλάχιστον. Σκέφτηκα να κάνω ένα ντουσάκι αλλά δε βαριέσαι. Για ποιον να το κάνω; Μη με κολάσει κιόλας. Όπου και να γυρίσω, βλέπω τα ζώα να ζευγαρώνουν. Είναι η εποχή τους. Αφού να σκεφτείς χτες βράδυ μια μαϊμού κυνηγούσε τον Noe ή ο Noe την κυνηγούσε; Θεός φυλάξει. Κατά τα άλλα everything under control.
(Αναρτήθηκε από τη blogger Noe στις 31 Ιανουαρίου).
ΣΧΟΛΙΑ
Ανώνυμος είπε: «Ζηλεύεις τη μαϊμού, κούκλα; Άνοιξέ μου να μπω.»
Noe είπε: «Παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον, διαόλου κάλτσα.»
Ανώνυμος είπε: «Λένε ότι έχω τα πιο υπέροχα μενεξελιά μάτια στον μάταιο τούτο κόσμο. Τι λες;»
ΜΥΣΤΗΡΙΟ
Δεν ήθελα να το γράψω αυτό αλλά είναι ντοκουμέντο. Χτες βράδυ καταμέτρησα τα εναπομείναντα ζωντανά. Για τα έντομα ούτε λόγος. Ας το κάνει ο Noe, που χαμουρεύεται με τις μαϊμούδες και κολάζεται. Δεν ξέρω τι κόσμο θα φτιάξουμε εκ νέου με τέτοια τερτίπια. Λοιπόν ανακάλυψα ένα καινούριο ζώο. Υβριδικό! Μαύρο, κατάμαυρο με γυαλιστερό δέρμα. Αιλουροειδές. Με μακριά ουρά υψωμένη. Με μυτερά αυτάκια, σαν τα κερατάκια του διαβόλου. Και με υπέροχα μενεξελιά μάτια, τα πιο ωραία που έχω δει. Δεν καταλαβαίνω πώς τρύπωσε εδώ μέσα και πότε. Πάντως δεν ήταν απ’ την αρχή. Πρέπει ν’ ανησυχώ ότι έβαλε ο διάβολος το ποδάρι του;
ΣΧΟΛΙΑ
Ανώνυμος είπε: «Συγχώρα με, δεν θα σου σχολιάσω σήμερα.»
Noe είπε: «Κρίμα. Το είχα τόση ανάγκη».
Ανώνυμος είπε: «Έχω κάτι καλύτερο. Χε χε χε».
Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΚΌΣΜΟΥ!
Τα χέρια μου τρέμουν αλλά θα προσπαθήσω να καταγράψω όσα συνέβησαν τις τελευταίες ημέρες. Η βροχή σταματάει σιγά σιγά. Βλέπω μάλιστα στον ορίζοντα το ουράνιο τόξο. Είμαι σταματημένη πάνω σ’ ένα βουνό. Ο χάρτης λέει ότι ονομάζεται Αραράτ. Και φοβάμαι. Εδώ μέσα δεν υπάρχει πια κανείς ζωντανός. Έχασα τα παιδιά μου από πείνα. Αρνήθηκαν να φάνε πτώματα γιατί είναι, λέει, αμαρτία. Τον άντρα μου, τον χρυσό αυτόν άνθρωπο, τον καταβρόχθισαν οι μαϊμούδες του. Τώρα δεν έχω πια κανέναν. Κοιμάμαι πάνω στα πτώματα. Η καρδιά μου πάει να σπάσει. Κανονικά έπρεπε να είχα πεθάνει κι εγώ. Το ζήτησα επανειλημμένα και πήρα απάντηση τη σιωπή Του! Μέχρι που πίστεψα ότι ποτέ στ’ αλήθεια δεν μας είχε ζητήσει να σώσουμε τον κόσμο και ότι ήταν μόνο στο κεφάλι του Noe. Η αμφιβολία κόντεψε να με τρελάνει. Στο τσακ ήμουν. Αλλά… Αλλά μπήκε ξαφνικά στη ζωή μου εκείνος. Δηλαδή το αιλουροειδές! Εκείνη τη μοιραία νύχτα που τον ανακάλυψα με κράτησε τόσο τρυφερά στην αγκαλιά του, να, ακόμη ανατριχιάζω. Μου είπε λόγια αγάπης ξεχασμένα. Με χάιδεψε απαλά. Έκλαψα στον ώμο του κι έγλειφε τα δάκριά μου. Και μετά… Και μετά… Ω, μετά… Θεέ μου, συγχώρεσε την αμαρτωλή δούλη Σου. Δεν μπόρεσα να αντισταθώ σε μια τόσο μεγάλη και –πώς να το πω;- υπέροχη αμαρτία. Ήταν κάτι πιο δυνατό από μένα. Κι όταν είναι κάτι πιο δυνατό από σένα, πιάνεται σαν αμαρτία;
Η βροχή τώρα έχει σταματήσει εντελώς. Σε λίγο θα βγούμε έξω. Είμαστε μόνο οι δυο μας. Εγώ και το αιλουροειδές! Και θα ξαναφτιάξουμε τον κόσμο μαζί, λέει, απ’ την αρχή. Μόνο που ακόμα δεν μου έχει πει το όνοματάκι του. Κάποια στιγμή μια φρικτή υποψία μου πέρασε από το μυαλό αλλά ούτε θέλω να το σκέφτομαι. Ω, Θεέ μου, δεν ξέρω αν τα είχες έτσι σχεδιάσει. Ή κάπου χάθηκε το control; Αλλά εγώ –ντρέπομαι που το λέω- νιώθω τόσο, μα τόσο ευτυχισμένη. Είναι αμαρτία αυτό;
(Αναρτήθηκε από τη blogger Noe την 1 Απριλίου).
ΟΥΔΕΝ ΣΧΟΛΙΟ
(Η εικονογράφιση του Αύγουστου Βιτάλη Γκέσκερ, 11 ετών)
(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΕΘΝΟΣ της Πρωτοχρονιάς 2008)
Labels: Διηγήματα
Monday, January 07, 2008
Sunday, December 23, 2007
Tuesday, December 11, 2007
Friday, December 07, 2007
ΑΝΟΙΚΤΟΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ ΜΟΥ
Ακόμη ευχαριστώ όλα τα μέλη της λέσχης για τα θερμά τους λόγια σε σχέση με το βιβλίο, που έδειξαν ότι το χάρηκαν, και ιδιαίτερα την Τζένη για την τόσο περιεκτική της εισήγηση.
Τέτοιες βραδιές πραγματικά χαρίζουν ηθική ικανοποίηση στον συγγραφέα. Εύχομαι να συνεχίσουν τα διαβάσματά τους και να είναι πάντα καίριες και ουσιαστικές.
Tuesday, November 13, 2007
ΚΛΕΙΣΤΟΝ
Στην αρχή ήταν μονάχα μια αίσθηση.
Σαν μια παρουσία που χωρίς να τη βλέπεις πλανιέται στο χώρο.
Κοιτάζεις πίσω σου. Κανείς. Ωστόσο η αίσθηση παραμένει.
Σε λίγο μια ανάσα ταράζει τη σιωπή.
Ρωτάς: Ποιος είναι; Δεν αποκρίνεται κανείς.
Βαδίζεις τυφλά, με τα χέρια μπροστά τεντωμένα απ’ το φόβο μην ακουμπήσεις, μη σκοντάψεις, μη σ’ αγγίξει και τρομάξεις. Ύστερα έρχεται ο ήχος. Ολόγυρα μια μακρινή μουσική, ή είναι ψιθυριστές κραυγές που εκλιπαρούν για βοήθεια;
Στην άκρη του χάους μια σκάλα. Ν’ ανέβεις; Όχι. Οδηγεί χαμηλά. Οι ψίθυροι δυναμώνουν. Τώρα κάνει μπάσιμο η μουσική. Κιθάρες! Ακουστικές και ηλεκτρικές. Τώρα ξεπετάγονται μπάσα και ντραμς που σε ξετρελαίνουν. Διστάζεις. Δειλιάζεις Φοβάσαι; Δεν θέλω να βλέπω. Δεν θέλω να δω. Και δεν μπορώ να σταματήσω.
Στο βάθος διακρίνω κάτι που γυαλίζει. Φωτεινά σημάδια. Τα μάτια του. Με καρφώνει και παραλύω. Τώρα πια δεν βαδίζω. Μια δύναμη με σέρνει κοντά του. Κλείνω τα μάτια να μη βλέπω. Και βλέπω πιο καθαρά. Σφαλίζω τ’ αυτιά να μην ακούω τη μουσική απ’ τις λιγωμένες κιθάρες. Και τις ακούω μέσα μου. Ήχοι και φωνές. Ήχοι και φωνές και φώτα-βλέμματα. Αρχίζουν να ξεχωρίζουν.
Τώρα η αίσθηση σε αγκαλιάζει.
Νιώθεις τα χέρια δυνατά να σε σφίγγουν. Κολλάνε τα σώματα και καίγονται απ’ την υφέρπουσα τόσον καιρό λαχτάρα να ενωθούν.
Έχει καθάρια μπλε μάτια. Μια κουρασμένη φωνή. Έρωτα και πυρετό.
Θέλει να υπάρξει ξανά. Αυτό θέλει. Μου κάνει τον ερωτευμένο και με εκλιπαρεί.
Ξανά ερωτευμένη λοιπόν;
Φεύγω…
Ενδίδω στην αποπλάνηση. Δεν έχω τη δύναμη να τον αρνηθώ. Με θέλει όλη δική του. Βουτάω μαζί του στο χάος. Κι ό,τι γίνει.
Μπορεί που και που να γράφω κάποιο νέο του. Αν καταφέρνω να ξεκλέβω χρόνο.
Αυτό που καλούμαι να κάνω ξεκίνησε από αυτό εδώ το μπλογκ, περπάτησε για λίγο μαζί του και τώρα ζητά αποκλειστικότητα. Για πόσο; Δεν ξέρω να πω.
Σας ευχαριστώ από καρδιάς φίλοι μου
Nuwanda, Composition Doll, Μαμαλούκα, Σταυρούλα,
Αναγνώστρια, Reader, Sfrang, Παργινέ, Μάνο Κοντολέων, Βασίλη Ρούβαλη,
Χρήστο Φασούλα, Γιώργο Γλυκοφρύδη, Εαρινή Συμφωνία, Μπάμπη, Ioeu, Ariel
Πατριάρχη, Κatoikidio, librofilo, Alef, Sergio, simon says, ανάσα ελπίδας, ange-ta, αθεόφοβο, pellegrina, pirgari, advocatus diaboli, so far, 2σΧ2, πιτσιρίκο, σπύρο σεραφείμ, industrialdaisies, lena manta, νίκο διακογιάννη, the therapist, anastassios, basileios, weaver, τάκη τσαντίλα, yiorgo και όσους μπορεί να μου διέφυγαν τώρα αλλά υπάρχουν στην καρδιά μου
για την αγάπη σας, τις ευχές σας, τα καλά σας λόγια, τα σχόλια και την συντροφιά που πάντα είχα και θα έχω ανάγκη.
Sunday, November 11, 2007
Thursday, November 08, 2007
ΚΛΕΙΣΤΟΝ
Φεύγω…
Στην αρχή ήταν μονάχα μια αίσθηση.
Σαν μια παρουσία που χωρίς να τη βλέπεις πλανιέται στο χώρο.
Κοιτάζεις πίσω σου. Κανείς. Ωστόσο η αίσθηση παραμένει.
Σε λίγο μια ανάσα ταράζει τη σιωπή.
Ρωτάς: Ποιος είναι; Δεν αποκρίνεται κανείς.
Βαδίζεις τυφλά, με τα χέρια μπροστά τεντωμένα απ’ το φόβο μην ακουμπήσεις, μη σκοντάψεις, μη σ’ αγγίξει και τρομάξεις. Ύστερα έρχεται ο ήχος. Ολόγυρα μια μακρινή μουσική, ή είναι ψιθυριστές κραυγές που εκλιπαρούν για βοήθεια;
Στην άκρη του χάους μια σκάλα. Ν’ ανέβεις; Όχι. Οδηγεί χαμηλά. Οι ψίθυροι δυναμώνουν. Τώρα κάνει μπάσιμο η μουσική. Κιθάρες! Ακουστικές και ηλεκτρικές. Τώρα ξεπετάγονται μπάσα και ντραμς που σε ξετρελαίνουν. Διστάζεις. Δειλιάζεις Φοβάσαι; Δεν θέλω να βλέπω. Δεν θέλω να δω. Και δεν μπορώ να σταματήσω.
Στο βάθος διακρίνω κάτι που γυαλίζει. Φωτεινά σημάδια. Τα μάτια του. Με καρφώνει και παραλύω. Τώρα πια δεν βαδίζω. Μια δύναμη με σέρνει κοντά του. Κλείνω τα μάτια να μη βλέπω. Και βλέπω πιο καθαρά. Σφαλίζω τ’ αυτιά να μην ακούω τη μουσική απ’ τις λιγωμένες κιθάρες. Και τις ακούω μέσα μου. Ήχοι και φωνές. Ήχοι και φωνές και φώτα-βλέμματα. Αρχίζουν να ξεχωρίζουν.
Τώρα η αίσθηση σε αγκαλιάζει.
Νιώθεις τα χέρια δυνατά να σε σφίγγουν. Κολλάνε τα σώματα και καίγονται απ’ την υφέρπουσα τόσον καιρό λαχτάρα να ενωθούν.
Θέλει να υπάρξει ξανά. Αυτό θέλει. Μου κάνει τον ερωτευμένο και με εκλιπαρεί.
Φεύγω…
Ενδίδω στην αποπλάνηση. Δεν έχω τη δύναμη να τον αρνηθώ. Με θέλει όλη δική του. Βουτάω μαζί του στο χάος. Κι ό,τι γίνει.
Αυτό που καλούμαι να κάνω ξεκίνησε από αυτό εδώ το μπλογκ, περπάτησε για λίγο μαζί του και τώρα ζητά αποκλειστικότητα. Για πόσο; Δεν ξέρω να πω.
Σας ευχαριστώ από καρδιάς φίλοι μου
Nuwanda, Composition Doll, Μαμαλούκα, Σταυρούλα,
Αναγνώστρια, Reader, Sfrang, Παργινέ, Μάνο Κοντολέων, Βασίλη Ρούβαλη,
Χρήστο Φασούλα, Γιώργο Γλυκοφρύδη, Εαρινή Συμφωνία, Μπάμπη, Ioeu, Ariel
Πατριάρχη, Κatoikidio, librofilo, Alef, Sergio, simon says, ανάσα ελπίδας, ange-ta, αθεόφοβο, pellegrina, pirgari, advocatus diaboli, so far, 2σΧ2, πιτσιρίκο, σπύρο σεραφείμ, industrialdaisies, lena manta, νίκο διακογιάννη, the therapist, anastassios, basileios, weaver, τάκη τσαντίλα, yiorgo και όσους μπορεί να μου διέφυγαν τώρα αλλά υπάρχουν στην καρδιά μου
για την αγάπη σας, τις ευχές σας, τα καλά σας λόγια, τα σχόλια και την συντροφιά που πάντα είχα και θα έχω ανάγκη.
Monday, October 29, 2007
Τα ΓΙΑΤΙ και τα ΠΩΣ του ιστορικού μυθιστορήματος από την πλευρά του συγγραφέα
Εκείνη την εποχή η τηλεόραση είχε μπει δυναμικά στη ζωή μας και μέσα από το γυάλινο κουτί μαθαίναμε εν ριπεί οφθαλμού ο,τιδήποτε συνέβαινε στην άκρη του κόσμου σήμερα. Όλοι τα γνωρίζαμε όλα όσα συνέβαιναν σήμερα. Τότε άρχισε να μεταβάλλεται κάτι μέσα στο μυαλό μου. Το σήμερα έπαψε να με ενδιαφέρει πια σαν "υλικό". Ήταν πολύ γνωστό και εύκολα αναλυόμενο και προσβάσιμο. Εκείνο που πήρε τη θέση του στη σφαίρα των ενδιαφερόντων μου ήταν οι αιτίες των σημερινών γεγονόταν. Οι άλλες εποχές. Το βάθος του χρόνου. Και άρχισα να καταδύομαι. Πρώτα στην εποχή του Πολυταχνείου με την ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ και κατόπιν με το ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΦΟΒΟΥ στο ύστερο Βυζάντιο, μέχρι το πιο πρόσφατο μυθιστόρημα, την ΙΕΡΗ ΠΑΓΙΔΑ.
Παράλληλα με τη δική μου αλλαγή και κατάδυση διαπίστωνα και μια αλλαγή στις αναγνωστικές συνήθειες των αναγνωστών, οχι μόνον εντός Ελλάδος. Οι αναγνώστες επιθυμούσαν όπως και εγώ το βάθος της ιστορίας από την επιφάνεια του σήμερα που την αναμασούσαν τα μέσα διαρκώς. Και οι δυο μας επιθυμούσαμε το ίδιο. Να γνωρίσουμε κάτι διαφορετικό που ωστόσο οδηγούσε στους σημερινούς εαυτούς μας.
Έτσι κάπως ξεκίνησε η ιστορική έρευνα που άρχισε να γίνεται μυθιστόρημα. Και σήμερα, στις αρχές του 21ου αιώνα, το ιστορικό μυθιστόρημα κατέχει μια περίοπτη θέση στις προτιμήσεις των αναγνωστών και πολλές φορές το βλέπουμε να αναρριχάται ακόμη και στις λίστες των μπεστ σέλλερς. Η προσωπική μου διάθεση δεν στόχευε φυσικά ούτε στις προτιμήσεις του κοινού, ούτε στην ευπωλησία (δικός μου όρος). Στόχευε στη δική μου ανάγκη να γνωρίσω καινούρια (αλλά παλιά) πράγματα και να τα κρίνω με σημερινά κριτήρια.
Αν κάποιος με ρωτούσε τι είναι το πιο σημαντικό στη συγγραφή ενός ιστορικού μυθιστορήματος θα έλεγα 2 πράγματα: α) Να είναι σωστή η έρευνα και β) όλες οι σκηνές του μυθιστορήματος να είναι σχετικές. Δεν το ήξερα αυτό όταν ξεκίνησα το γράψιμο του πρώτου μου βιβλίου με θέμα ιστορικό. Το έκανα ασυνείδητα. Ώσπου σύντομα συνειδητοποίησα την πολύ μεγάλη του σημασία.
ΣΩΣΤΗ ΕΡΕΥΝΑ και ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΣΚΗΝΕΣ λοιπόν ήταν και είναι (πιστεύω) η αρχή για ένα ιστορικό μυθιστόρημα.
Ποιοί όμως γράφουν ιστορικό μυθιστόρημα σήμερα και τι αξία έχει ή θα έχει στο βάθος του χρόνου;
(Θα συνεχιστεί).
Labels: Ιστορικό Μυθιστόρημα
Tuesday, October 23, 2007
Ιστορικού μυθιστορήματος συνέχεια...
Αναζητώντας την ιστορική ακρίβεια
Μία απάντηση στην κυρία Λεία Βιτάλη
Πραγματικά, εστίασα την παρουσίασή μου στην ιστορική πλευρά του μυθιστορήματος και όχι στην λογοτεχνική του, γιατί άποψή μου είναι πως ένα ιστορικό μυθιστόρημα πρέπει να είναι κοντά στην ιστορία. Γνωρίζω πως υπάρχουν άλλες απόψεις, με τις οποίες απλά διαφωνώ. Γνωρίζω επίσης τις χολυγουντιανές απόψεις που είδαμε πρόσφατα στα Τροία, 300 και Μ. Αλέξανδρος, με τις οποίες επίσης διαφωνώ και θα συνεχίσω να διαφωνώ. Όμως δεν βλέπω σε ποιο σημείο απαξίωσα το βιβλίο της κυρίας Βιτάλη. Ως επιστήμων έχω συνηθίσει να δέχομαι για τις δημοσιεύσεις μου κριτική (το γνωστό ως refereering) και να ασκώ, και το να μου εντοπίζουν άλλοι κάποια λάθη δεν το θεωρώ ούτε υποτιμητικό ούτε απαξιωτικό.
Και ως προς τη νέα θεώρηση, ναι, είναι αναγκαία, αλλά πρέπει να βασίζεται σε στοιχεία, και εδώ έγκειται μία δεύτερη βασική διαφωνία μου με την κυρία Βιτάλη, γιατί δεν νομίζω πως η Ιερή παγίδα δίνει τέτοια στοιχεία, εκτός αν δεν τα αντιλήφθηκα.
Ως προς ορισμένες λεπτομέρειες, ακόμα και αν δεχτούμε την ύπαρξη γαλλικών σαπουνιών, δεν γνωρίζω να αναφέρεται η χρήση τους στο Βυζάντιο, και ως προς το κάπνισμα η συγγραφεύς δεν διευκρινίζει ότι πρόκειται για όπιο (όταν γράφουμε «καπνός», σκεπτόμαστε ως συνειρμό το «ταμπάκο»). Χαίρομαι πάντως που τουλάχιστον παραδέχεται τη μη ύπαρξη της Ιεράς Εξέτασης ως θεσμού και πως το «υγρό πυρ και στολές το χρησιμοποίησα ό,τι ταίριαζε στην αφήγησή μου». Επίσης χαίρομαι που σιωπηρά αποδέχεται τις υπόλοιπες παρατηρήσεις μου ως προς τις ιστορικές ανακρίβειες, γιατί δεν απαντά.
Ως προς την ιστορία της άλωσης, κυκλοφόρησε μετά την παρουσίασή μου το The fall of Constantinople των D. Nicolle, J. Halclon,
Ως προς τον αριθμό των υπερασπιστών, ενώ δεν υπάρχει συμφωνία για τον ακριβή αριθμό τους, η μεγάλη πλειοψηφία των σύγχρονων ιστορικών δέχεται τους 7-8.000. Δεδομένου δε του μήκους των τειχών της Κωνσταντινούπολης, 3.000 δεν θα επαρκούσαν σε καμία περίπτωση για την υπεράσπισή τους και μάλιστα για δύο μήνες, εναντίον πολλαπλάσιου εχθρού.
Η κυρία Βιτάλη τονίζει πως το βιβλίο της δεν είναι ένα «κακό ιστορικό μυθιστόρημα» (όπου δεν γνωρίζω τι εννοεί με την λέξη «παραδοσιακό»). Αν η Ιερή παγίδα είναι έργο φαντασίας, τότε δέχομαι πως έκανα λάθος εστιάζοντας στην ιστορική ακρίβεια. Τότε όμως τι λόγο είχε η ιστορική έρευνα δώδεκα χρόνων που έκανε η ίδια; Και φυσικά συμφωνώ με την γνώμη της για τον Μαύρο Άγγελο, τον οποίο παρουσίασα ως έργο που ασχολείται με την περίοδο, όχι ως παράδειγμα ιστορικής ακρίβειας.
Τέλος, ίσως η κυρία Βιτάλη να έπρεπε να διευκρινίσει ποιος είναι ο στόχος του «αιρετικού μυθιστορήματός» της. Αν είναι να διασκεδάσει τους αναγνώστες λογοτεχνικά, τότε δέχομαι πως η κριτική μου είναι άστοχη. Αν έχει στόχο να καταστρέψει ένα σύμβολο της ελληνικής ιστορίας (και γνωρίζω καλά τη φορτισμένη υφή της λέξης) τότε θα έπρεπε να εξηγήσει το γιατί.
Προσωπικά πιστεύω και αναζητώ ως ασχολούμενος επιστημονικά με την οικονομική ιστορία την ιστορική αλήθεια, όσο πικρή και μη κολακευτική και αν είναι, φτάνει να είναι αλήθεια.
Καθένας είναι ελεύθερος βέβαια να γράφει ό,τι θέλει. Ελπίζω όμως να μου αναγνωρίζετε, στο πλαίσιο αυτής της ελευθερίας, το δικαίωμα της διαφωνίας. Και πραγματικά διαφωνώ σε αρκετά σημεία με την κυρία Βιτάλη ως προς τη θεώρηση της ιστορίας, όπως θα διαφωνούσα π.χ. και με οποιονδήποτε θα έγραφε ένα «αιρετικό μυθιστόρημα» για τον Λεωνίδα, παρουσιάζοντάς τον ως ρίψασπι και προδότη.
Τελειώνοντας, θέλω να θυμίσω πως ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δεν ήταν άτολμος και άχρωμος αυτοκράτορας που εγκαταλείπει το τείχος και σκοτώνεται μυστηριωδώς στο παλάτι. Τόσο ως δεσπότης όσο και ως αυτοκράτωρ ήταν ηγέτης με σπάνιες ικανότητες, πολεμούσε στην πρώτη γραμμή, εμψύχωνε τους στρατιώτες του και σημείωσε αξιόλογες επιτυχίες: Ελευθέρωσε οριστικά την Πελοπόννησο από τους Φράγκους, τους εξεδίωξε από την Αττική και τη Βοιωτία, φτάνοντας μέχρι τη Θεσσαλία, υπερασπίστηκε με ηρωισμό αν και χωρίς επιτυχία το Εξαμίλλιο εναντίον των Τούρκων και αντιστάθηκε με επιτυχία σε πολιορκία των Τούρκων στο φρούριο της Λήμνου.
Πραγματικά, η ενωτική του πολιτική συνάντησε σφοδρή αντίσταση από τμήμα του λαού και του κοντόφθαλμου κλήρου. Το αν είχε δίκιο μπορεί να το κρίνει κανείς από την κατάσταση της Ελλάδας όταν ελευθερώθηκε το 1828: Ήταν μια πάμφτωχη χώρα, με σοβαρή έλλειψη παιδείας και πολιτισμού. Αντίθετα, τους αιώνες που είχαν μεσολαβήσει, η ευρωπαϊκή Δύση γνώρισε την Αναγέννηση, τη θεσμική οικονομική επανάσταση του 17ου αιώνα (δημιουργία κεφαλαιαγορών, χρηματιστηρίων και πολυεθνικών ανωνύμων εταιρειών), το Διαφωτισμό και τη βιομηχανική επανάσταση.
(Δημοσιεύτηκε στο ΔΙΑΒΑΖΩ Οκτωβρίου 2007)
Και η ανταπάντηση.
ΤΡΑΒΕΣΤΙ ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ;
Κατ’ αρχήν για να τελειώνουμε με τα «λάθη», τα οποία «ανακάλυψε» κατά τη γνώμη του παγιδευμένος ο ίδιος σε ένα είδος άχρηστης κριτικής, έχω να πω ότι ή έχουμε διαβάσει διαφορετικά βιβλία ή τα ίδια βιβλία τα διαβάσαμε διαφορετικά. Θα όφειλε όμως, εφόσον υποτίθεται ότι ασκεί κριτική, να είναι πιο ενημερωμένος πριν εκτεθεί. Του συστήνω ως εκ τούτου να διαβάσε Miklosich-Mueller και Φαίδωνα Κουκουλέ για να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι ότι τα περίφημα γαλλικά σαπούνια ήταν πράγματι εν χρήσει στο Βυζάντιο, για να αναφερθώ ενδεικτικά σε ένα από τα «λάθη» μου που φαίνεται ότι τον κάνει να… αφρίζει. Ωστόσο είναι ολοφάνερο ότι το θέμα που καίει τον κ. Κυριαζή δεν είναι τα ιστορικά λάθη. Αυτά είναι το προπέτασμα. Το θέμα του είναι οι απόψεις που προβάλλονται στην ΙΕΡΗ ΠΑΓΙΔΑ. Ο κ. Κυριαζής ασκεί, αντί κριτικής, ενός είδους… λογοκρισία εξαπολύοντας μύδρους και, από θέση ισχύος, απαξιώνει έως καταργεί το βιβλίο μου! Εκεί τον οδηγεί ο… πατριωτισμός του, το μεγάλο πρόβλημα των Ελλήνων, όπως έλεγε και ο Ροϊδης. (Αναφερόμενη στον πατριωτισμό είναι ευνόητο ότι μιλάω για την υπερβολή). Η διαφωνία λοιπόν έγκειται στον ηρωικό και επικό χαρακτήρα της άλωσης, τον οποίο θεωρεί ότι το μυθιστόρημα τον αμφισβητεί. Δικαίωμά του. Το ίδιο έκανε με αφορμή το προηγούμενο μυθιστόρημα μου, Το ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΦΟΒΟΥ, εκπρόσωπος της εκκλησίας, αλλά δεν το ονόμασε κριτική. Αναρωτιόταν κι εκείνος –με άλλη αφορμή- ποιος είναι ο στόχος μου και τι πιστεύω. Ο στόχος μου λοιπόν, και τότε και τώρα, είναι να προβληματίσω τους αναγνώστες μου ώστε να δουν από άλλη οπτική γωνία ένα κατασκευασμένο και καθησυχαστικό παρελθόν. Όπως το είδα κι εγώ μετά από αυτά τα 12 χρόνια έρευνας. Όπου όταν αναφερόμαστε στην έρευνα δεν περιοριζόμαστε βέβαια στις ημερομηνίες, τις μάχες, τις στολές ή τα… σαπούνια. Αλλά ενδιαφερόμαστε για τα κίνητρα των ανθρώπων της εξουσίας, τις συγκυρίες, την ατμόσφαιρα της εποχής προχωρώντας σε καινούριες συσχετίσεις. Ωστόσο, σαν συγγραφέας, πέρα από αυτά και πάνω απ’ όλα, οφείλω να ψυχαγωγήσω τους αναγνώστες μου έστω και ξεβολεύοντάς τους.
Τελειώνοντας θα ήθελα να καλέσω τον κ. Κυριαζή αλλά και όποιον άλλον επιθυμεί να συμμετάσχει σε μια ανοιχτή συζήτηση μέσα από τις σελίδες του περιοδικού σας –εφόσον φυσικά κι εσείς το βρίσκετε ενδιαφέρον- πάνω στο σύγχρονο ιστορικό μυθιστόρημα και τα όρια κριτικής-λογοκρισίας σχετικά με αυτό.
(Δημοσιεύτηκε στο ΔΙΑΒΑΖΩ Οκτωβρίου 2007)
Monday, October 15, 2007
Για το Ιστορικό Μυθιστόρημα
Μπορεί το scanner να μη δούλεψε αλλά υπάρχουν και οι καλοί φίλοι. Έτσι σήμερα είμαι σε θέση να δημοσιεύσω την κριτική του περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ για την Ιερή Παγίδα.
Ακολουθεί η επιστολή που στάλθηκε στο περιοδικό με τις απορίες και κάποιες απόψεις μου επί του θέματος.
Σε επόμενο ποστ θα δημοσιεύσω την απάντηση του κριτικού και την ανταπάντηση της συγγραφέως. Κατόπιν ίσως μπορέσουμε να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα και να ανταλλάξουμε απόψεις, εάν το θέμα κριθεί ενδιαφέρον. Προσωπικά το θεωρώ αρκετά σημαντικό εφόσον και στην Ελλάδα πλέοντα ιστορικά μυθιστορήματα καλύπτουν ένα όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της βιβλιοπαραγωγής.
Η ΚΡΙΤΙΚΗ
"Αναζητώντας την ιστορική ακρίβεια
Το ιστορικό μυθιστόρημα είναι η πιο δύσκολη μορφή μυθιστορήματος γιατί απαιτεί να συνδυάζονται δυο προϋποθέσεις : να είναι καλό ως μυθιστόρημα και ταυτόχρονα να είναι σωστό ιστορικά. Το πραγματικά μεγάλο ιστορικό μυθιστόρημα, που είναι σπάνιο σε παγκόσμια κλίμακα, πρέπει επιπλέον να προτείνει και κάτι περισσότερο, π.χ. μια νέα θεώρηση-προσέγγιση της ιστορικής περιόδου όπου διαδραματίζεται, όπως π.χ. το Πόλεμος και ειρήνη.
Η Ιερή παγίδα έχει ως ιστορικό υπόβαθρο την πτώση της Κωνσταντινούπολης και τα πρώτα χρόνια (δεκαετίες) μερικών εξορίστων Βυζαντινών στη Βενετία. Είναι μια περίοδος με την οποία έχουν ασχοληθεί πολλοί ξένοι και έλληνες ιστορικοί και μυθιστοριογράφοι, όπως ο σερ Στήβεν Ράνσιμαν The fall of Constantinople, o David Nicolle Constantinople 1453 (Osprey 2000), ο Mika Waltari Ο μαύρος άγγελος και ο Κώστας Κυριαζής Κωνσταντίνος Παλαιολόγος.
Θα συγκεντρώσω τις παρατηρήσεις μου στο ιστορικό πλαίσιο του μυθιστορήματος, προσπαθώντας να εντοπίσω τα πραγματικά γεγονότα και τις «παρεμβάσεις» της κ. Βιτάλη. Βασικοί ήρωες είναι η οικογένεια του μεγάλου δούκα (πρωθυπουργού) του Βυζαντίου Λουκά Νοταρά, και κυρίως των παιδιών του, Ιάκωβου (υπαρκτού) και Ιουστίνης, που γράφει υποτίθεται το χρονικό έχοντας καταφύγει στη Βενετία.
Το πρώτο «εύρημα» του βιβλίου είναι πως ο σουλτάνος Μωάμεθ βλέπει ένα πορτρέτο του Ιακώβου (έφηβου 14 ετών τότε) από τον Μπελίνι (που ζωγράφισε και το πορτρέτο του ίδιου του Μωάμεθ) και τον ερωτεύεται παράφορα. Έτσι, στόχος του Μωάμεθ είναι να κατακτήσει την πόλη όχι μόνο για τη δόξα και την πολιτική του φιλοδοξία αλλά για να κερδίσει τον Ιάκωβο, ένας μύθος που θυμίζει την ωραία Ελένη και την πολιορκία της Τροίας.
Το δεύτερο «εύρημα»είναι ο σκοτεινός ρόλος δολοπλόκου και προδότη που αποδίδει η κ. Βιτάλη στον Λουκά Νοταρά, ο οποίος συνωμοτεί για να ανατρέψει τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, να κυβερνήσει στη θέση του μετά την παράδοση της πόλης με μυστική συμφωνία του Νοταρά με τον Μωάμεθ! Η συνωμοσία πετυχαίνει, ο στυλοβάτης της άμυνας γενοβέζος αρχηγός Ιωάννης Ιουστινιάνης τραυματίζεται θανάσιμα από βέλος Έλληνα, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος έχει συμφωνήσει να αποσυρθεί στον Μυστρά, όμως ο Μωάμεθ δεν κρατά την υπόσχεσή του, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος σκοτώνεται μυστηριωδώς στο…Παλάτι και όχι αμυνόμενος στα τείχη, όπως είναι η επικρατούσα άποψη.
Πρόκειται για ένα αντιηρωικό μυθιστόρημα που υποβιβάζει τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο σε άχρωμο άνθρωπο που από πείσμα δεν παραδίδει την πόλη, ενώ ο όχλος και οι μοναχοί τον λοιδορούν και την εγκαταλείπουν και ο Νοταράς παρουσιάζεται ως τελείως αποτυχημένος και αστόχαστος συνωμότης…
Ας δούμε τι γνωρίζουμε για τα γεγονότα : Πράγματι, το 1453 υπήρχαν δυο «παρατάξεις» στο Βυζάντιο (ή καλύτερα την Κωνσταντινούπολη) οι «ενωτικοί», με αρχηγό τον Κωνσταντίνο, που για να σωθεί το Βυζάντιο με τη βοήθεια της Δύσης είχαν αποδεχθεί την πρωτοκαθεδρία του πάπα και των καθολικών, και οι «ανθενωτικοί» με τον Γεννάδιο και τον Νοταρά, που προτιμούσαν τους Οθωμανούς από την ένωση. Πρέπει επίσης να δεχθούμε πως οι δυτικοί , οι «Φράγκοι», ήταν παλαιοί εχθροί του Βυζαντίου, από το 1204 και μετά. Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος, ως δεσπότης του Μυστρά, τους είχε εκδιώξει από την Πελοπόννησο και είχε φτάσει πολεμώντας εναντίον τους μέχρι τη Θεσσαλία. Οπότε το μίσος των Βυζαντινών εναντίον τους ήταν δικαιολογημένο. Ο Κωνσταντίνος όμως θεωρούσε πως μεταξύ δύο κακών η θρησκευτική υποταγή στον πάπα με τη διατήρηση της πολιτικής ανεξαρτησίας ήταν το μικρότερο. Και η ανεξαρτησία μπορούσε να διατηρηθεί, έστω κι αν η πιθανότητα ήταν μικρή, μόνο με τη βοήθεια της Δύσης. Ας μην ξεχνάμε επίσης πως το πνεύμα των σταυροφοριών ήταν ακόμα ζωντανό και οδήγησε στη μεγάλη σταυροφορία που καταστράφηκε από τον Βαγιαζίτ στην Νικόπολη το 1396, και πως ο ούγγρος Ιωάννης Ουνυάδης πολεμούσε αποτελεσματικά τους Οθωμανούς και, αν και νικήθηκε στο Κοσσυφοπέδιο, τους αναχαίτισε στο Βελιγράδι. Όσο για το αν η επιλογή του Κωνσταντίνου ήταν σωστή, φτάνει να σκεφθούμε πως ο 16ος αιώνας ήταν ο αιώνας της Αναγέννησης στη Δύση, ο 17ος της θεσμικής επανάστασης (κοινοβουλευτισμός, ανώνυμες εταιρείες, χρηματιστήρια, τράπεζες σε Αγγλία και Κάτω Χώρες) και ο 18ος-19ος του Διαφωτισμού και της βιομηχανικής επανάστασης, στα οποία η τουρκοκρατούμενη Ελλάδα δεν συμμετείχε.
Αν και ο Νοταράς πράγματι ήταν ανθενωτικός, η «προδοσία» του δεν στοιχειοθετείται από τις σύγχρονες πηγές, ούτε από μεταγενεστέρους. Επίσης πρέπει να θυμόμαστε πως από τους 7.500 υπερασπιστές της πόλης, 5.000 ήταν Έλληνες και οι άλλοι ξένοι, ανάμεσά τους οι 700 του Ιουστινιάνη. Πολέμησαν επί δύο μήνες με εξαιρετικό ηρωισμό (που τον αποσιωπά τελείως η συγγραφεύς) εναντίον πολλαπλασίων πολιορκητών. Οι δε 700 «ψωροπεζικάριοι» του Ιουστινιάνη (όπως τους αποκαλεί χλευαστικά ο Νοταράς στο βιβλίο) ήταν το πιο αξιόμαχο τμήμα και των δύο στρατών. Η αποχώρησή τους σήμανε και το ουσιαστικό τέλος της άμυνας.
Η συγγραφεύς χρησιμοποιεί επίσης νέα ονοματοποιία για μερικά πρόσωπα, τα κακόηχα «Κουρουλούκα» (για κυρ Λουκάς Νοταράς) και «Γιουστουνιάς» (για Ιουστινιάνης) που θα μπορούσε να είναι σε λαϊκή χρήση εκείνη την εποχή.
Στις λεπτομέρειες η συγγραφεύς δεν αποφεύγει ιστορικά λάθη και αναχρονισμούς : Αναφέρει «γαλλικά σαπούνια», σε μια εποχή που οι δυτικοί γενικά δεν φημίζονταν για την καθαριότητά τους και δεν πλένονταν σχεδόν καθόλου, «ναργιλέδες» όταν ο καπνός δεν είχε φτάσει στην Ευρώπη από την Αμερική, «γάλλους τραπεζίτες» που δεν αναφέρονται ακόμα στην ιστορική περίοδο αυτή (οι τραπεζικοί οίκοι που είχαν αρχίσει να εμφανίζονται ήταν ιταλικοί, όπως οι Μέδικοι της Φλωρεντίας, και τον επόμενο αιώνα οι γερμανικοί, όπως οι Φούγγερ στο Augsburg), «βέλη με υγρή φωτιά» (το υγρόν πυρ δεν εκσφενδονιζόταν με βέλη αλλά με σιφώνια, και το περίεργο είναι πως η χρήση του δεν αναφέρεται από καμία πηγή της εποχής στην πολιορκία. Μήπως το μυστικό της παρασκευής του είχε απολεσθεί;), οι υπερασπιστές της πόλης ήταν 7.500-8.000 και όχι 3.000, «ναυτικές στολές» και γενικότερα στολές δεν είχαν ακόμα καθιερωθεί σε κανένα δυτικό στρατό και ούτε στο Βυζάντιο, η Καλλίπολη, ως πόλη και χερσόνησος, δεν βρίσκεται στην «απέναντι ακτή του Κερατίου», η «ζάχαρη» με τη σημερινή της μορφή δεν υπήρχε, η Κωνσταντινούπολη δεν εμπόδιζε τους Τούρκους να εισβάλουν στην Ευρώπη (τους είχε διευκολύνει σε τούτο ο Ιωάννης Καντακουζηνός στον εμφύλιο πόλεμο της δεκαετίας του 1340, και είχαν ήδη υποτάξει τη Σερβία – Βουλγαρία). Η έκρηξη των «μπαρουτιών του Ιπποδρόμου» ως δολιοφθορά των συνωμοτών δεν αναφέρεται ιστορικά. «Ιερά Εξέταση» δεν υπήρχε ακόμα (δημιουργήθηκε στο τέλος του αιώνα, αρχές του 16ου), οι μουσουλμάνοι υπολογίζουν τις χρονολογίες όχι από τη γέννηση του Μωάμεθ αλλά από τη φυγή του από τη Μέκκα προς τη Μεδίνα, ο Μέγας Αλέξανδρος δεν σκοτώθηκε από κάποιον φίλο του, όπως λέει στο βιβλίο ο Ιάκωβος Νοταράς στον Μωάμεθ, στο χριστιανικό Βυζάντιο δεν γίνονταν θηριομαχίες στον Ιππόδρομο και, από όσα γνωρίζω, η ορθόδοξη Εκκλησία δεν πούλησε ποτέ συγχωροχάρτια.
Η εικόνα που έχει η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων για την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης είναι θυσίας και ηρωισμού, κάτι αντίστοιχο με τη μάχη των Θερμοπυλών, όπου ο τελευταίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος πέφτει πολεμώντας, όπως ο βασιλιάς της Σπάρτης Λεωνίδας. Αν δεχθούμε την άποψη της κ. Βιτάλη, τότε η πολιορκία θα έπρεπε να μας κάνει να ντρεπόμαστε. Πραγματικά, υπήρχαν πολλοί Βυζαντινοί που δεν πολέμησαν όπως οι εκατοντάδες (ή και χιλιάδες) καλόγεροι που προτιμούσαν την ασφάλεια των μοναστηριών από τον κίνδυνο στα τείχη, ή οι ίδιοι οι αδερφοί του Κωνσταντίνου, δεσπότες του Μυστρά Θωμάς και Δημήτριος, που τον άφησαν αβοήθητο. κανένας όμως ιστορικός δεν αμφισβητεί τον επικό χαρακτήρα της πολιορκίας και τον ηρωισμό των πολιορκημένων (ανάμεσά τους και μοναχών, που μάλιστα υπερασπίσθηκαν με επιτυχία έναν από τους πύργους των τειχών). Αυτός ο επικός χαρακτήρας θα ήταν αδύνατος αν όλοι οι υπερασπιστές ήταν ηττοπαθείς και αν ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δεν ήταν μέχρι το τέλος εμψυχωτής της άμυνας."
Από τον Νίκο Κ. Κυριαζή
(Αναπληρωτή καθηγητή του οικονομικού τμήματος του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας)
(Δημοσιεύθηκε στο ΔΙΑΒΑΖΩ τον Μάιο 2007)
Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ
"Η ανάγνωση του ιστορικού μυθιστορήματος σήμερα
Αγαπητέ κύριε Μπασκόζο,
Έχω ως αρχή μου, εδώ και είκοσι χρόνια που βρίσκομαι στον χώρο της λογοτεχνίας, να μη σχολιάζω τις κριτικές που γράφονται για τα βιβλία μου. Θεωρώ ότι η κριτική είναι τις περισσότερες φορές υποκειμενική ώστε κάθε σχολιασμός θα απέβαινε μάταιος. Επιπροσθέτως η αρνητική κριτική διαθέτει μια δυναμική που μπορεί να βοηθήσει τον συγγραφέα να δει με άλλη ματιά την επιτυχία ή αποτυχία των προθέσεών του και να επεξεργαστεί τις δυνατότητές του, πράγμα που έχει συμβεί και σε μένα στο παρελθόν και είμαι ευγνώμων στον κριτικό που διέπραξε την… «αδικία». Φυσικά αναφέρομαι στο είδος της κριτική η οποία ασχολείται με τη λογοτεχνικότητα του κειμένου. Διότι οποιαδήποτε άλλη μορφή κριτικής ενός λογοτεχνικού κειμένου ξεφεύγει από τον στόχο της και μοιάζει να υπηρετεί άλλα. Πρόσφατα στο τεύχος 474 του περιοδικού σας δημοσιεύτηκε μια «κριτική» για το τελευταίο βιβλίο μου «Ιερή Παγίδα» που θεωρώ ότι ξεφεύγει από τη λογική της λογοτεχνικής κριτικής. Ο συντάκτης της Νίκος Κυριαζής, εξ όσων γνωρίζω καθηγητής οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλίας και ο ίδιος συγγραφέας και γόνος συγγραφέα ιστορικών μυθιστορημάτων, αναφέρεται αποκλειστικά στα κατά τη γνώμη του «κακόηχα ονόματα» που χρησιμοποιούνται στο μυθιστόρημα, στα «ιστορικά λάθη», τα οποία πιστεύει ότι διέγνωσε, και στην διαφορετική οπτική θεώρηση της ιστορικής περιόδου με την οποία διαφωνεί, απαξιώνοντας το πόνημα και τη συγγραφέα του. Επειδή θεωρώ την «κριτική» του αδικαιολόγητα επικριτική που θίγει και απαξιώνει κυρίως την προσωπικότητά μου ως συγγραφέα έχω να παραθέσω τα παρακάτω.
1. Τι λόγο ύπαρξης έχει σήμερα ένα ιστορικό μυθιστόρημα; Ο ίδιος δίνει την απάντηση ορίζοντας τον κανόνα (και συμφωνώ σ’ αυτό) ότι το σύγχρονο ιστορικό μυθιστόρημα πρέπει να προτείνει «μια νέα θεώρηση της ιστορικής περιόδου όπου διαδραματίζεται». Αυτόν τον κανόνα ο ίδιος τον αναιρεί παρακάτω υποστηρίζοντας την επικρατούσα ηρωική θεώρηση της πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης και τον επικό της χαρακτήρα, όπως μέχρι στιγμής παρουσιάζεται στα παλαιού τύπου ιστορικά μυθιστορήματα, στα χρονικά και στα σχολικά εγχειρίδια, απαξιώνοντας την διαφορετική οπτική της «Ιερής Παγίδας».
2. Κάνει κριτική στη χρήση των λαϊκότροπων ονομάτων που χρησιμοποιούνται στο βιβλίο, όπως Κουρουλούκας (αντί Κυρ Λουκάς) και Γιουστουνιάς (αντί του Ιουστινιάνης), τα οποία ο ίδιος παρακάτω θεωρεί ότι μπορεί και να χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή, και πράγματι ήταν σε χρήση και αναφέρονται στο πόνημα του Κουτίβα περί Νοταράδων, μια από τις πηγές στις οποίες έχω ανατρέξει για τον σχεδιασμό των κυρίων χαρακτήρων του μυθιστορήματος.
3. Ήδη από τον τίτλο της βιβλιοκριτικής του ορίζει τον στόχο της: «Αναζητώντας την ιστορική ακρίβεια». Και κατά τη γνώμη του δεν υπάρχει ιστορική ακρίβεια στο βιβλίο μου. Και ο πλέον βιαστικός κριτικός πριν εξαπολύσει τους μύδρους του θα ανέτρεχε τουλάχιστον για τα επι μέρους σε κάποια εγκυκλοπαίδεια όπου θα διαπίστωνε ότι τα «γαλλικά σαπούνια» υπήρχαν από τον Θ’ αιώνα στη Γαλλία, ότι η ζάχαρη από το ζαχαροκάλαμο ήταν γνωστή από τον Ζ’ αιώνα (Ελευθερουδάκης), ότι η αφηγήτρια Ιουστίνη ήταν πραγματικό πρόσωπο, ότι ο ζωγράφος Μπελίνι που αναφέρεται στο βιβλίο δεν μπορούσε να είναι ο ίδιος που μετά από χρόνια ζωγράφισε τον Μωάμεθ αλλά ο πατέρας του (Babinger), ότι η «Ιερά εξέταση» θεωρητικά δημιουργήθηκε αργότερα, αλλά ήδη είχε χρησιμοποιηθεί και από την Ορθόδοξη εκκλησία εις βάρος ενός μαθητή του Πλήθωνα, του Ιουβενάλιου (όπως αναφέρεται σε επιστολή του Γεννάδιου Σχολάριου), ότι δεν αναφέρεται πουθενά στο κείμενο πως κάπνιζαν καπνό αλλά είναι γνωστό ότι «φτιάχνονταν» καπνίζοντας όπιο, για να αναφερθώ σε μερικά από τα «λάθη» που διέγνωσε ο βιβλιοκριτικός πάνω στα οποία στηριζόμενος κάνει την κριτική του. Σχετικά με τον αριθμό των πολεμιστών που έλαβαν μέρος στην πολιορκία οι μαρτυρίες (Σφραντζής, Κριτόβουλος, Δούκας,Ασίκ Ζαντέ) διίστανται ενώ για τις στολές και το υγρό πυρ χρησιμοποίησα ό,τι ταίριαζε στην αφήγησή μου χωρίς να αποκλείω μια διαφορετική πραγματικότητα.
Το ερώτημα λοιπόν που μένει είναι: Πώς διαβάζονται σήμερα τα μυθιστορήματα που έχουν σαν βάση τους ιστορικά γεγονότα;
Σαν εγχειρίδια ιστορίας ή σαν λογοτεχνικά κείμενα;
Ήδη ο Κούρτοβικ (Τα Νέα-Βιβλιοδρόμιο 5.1.2007) μίλησε για το είδος του ιστορικού μυθιστορήματος που θα μας απασχολήσει στο μέλλον, ο Ζήρας προβάλλει στην «ελευθερία κινήσεων» του συγγραφέα μέσα στο χώρο της ιστορίας (Αυγή 4.3.2007), ενώ ο Περαντωνάκης (Βιβλιοθήκη Ελευθεροτυπίας 4.5.2007) αναφέρεται στο μεταμοντέρνο «αιρετικό» ιστορικό μυθιστόρημα.
Ευχαριστώ για τη φιλοξενία"
Λεία Βιτάλη
(Δημοσιεύθηκε στο ΔΙΑΒΑΖΩ του Ιουλίου 2007)
Labels: Ιστορικό Μυθιστόρημα
Sunday, October 14, 2007
ΤΟ ΝΕΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Σύντομα θα είμαι σε θέση (ελπίζω να δουλέψει το scanner) να δημοσιεύσω την κριτική αλλά και τις επιστολές για να μπορέσουμε να θέσουμε τους άξονες μιας συζήτησης και να πει ο καθένας τη γνώμη του.
Παράλληλα θα οργανώσω κι εγώ τις σκέψεις μου για να μπορέσω να εκφράσω με σύντομες αναφορές την εμπειρία μου από τη μεγάλη περιπέτεια της συγγραφής του -κατα μια έννοια- ιστορικού μυθυιστορήματος.
Με την ευκαιρία να ευχαριστήσω και από εδώ όλους τους φίλους που επικοινώνησαν μαζί μου και μου πρόσφεραν τη μεγάλη ή μικρή βοήθειά τους στο θέμα των ναρκωτικών.
Labels: Ιστορικό Μυθιστόρημα
Friday, October 05, 2007
ΓΙΑ ΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ
Σας ευχαριστώ όλους εκ των προτέρων.
Μπορείτε να έρθετε σε επαφή μαζί μου επώνυμα ή ανώνυμα, με σχολιασμό ή με μέιλ.
Thursday, October 04, 2007
Wednesday, October 03, 2007
ΔΙΗΓΗΜΑ 2 .
ΤΟ ΑΒΓΟ
(Η συνέχεια και το τέλος)
...η μικρή εκτινάσσεται στον καναπέ, κάνει δυο τρία πετάγματα μέχρι που ακινητοποιείται εντελώς ξαπλωμένη στο δεξί πλάι, το στόμα ορθάνοιχτο σε μια άφωνη κραυγή, τα μάτια γουρλωμένα, ούτε ανάσα. Ήταν ένα Σάββατο έξι Ιουνίου και τα γιασεμιά είχαν φτάσει τα κλαδιά τους μέχρι την μπαλκονόπορτα, έμπαιναν μέσα, θαρρείς ήθελαν να τους πνίξουν. Ησυχία.
Οι ξαφνικοί λυγμοί της δεν έφεραν αποτέλεσμα. Άλλωστε κανείς ποτέ δεν είχε συνέλθει με το κλάμα ενός άλλου. Βοήθησαν όμως να καταφτάσει κατατρομαγμένη, λέει, η θεία Καλλιρρόη, αλλιώς η μικρούλα με την κομμένη ανάσα της θα είχε πετάξει για κείνον τον άλλο κόσμο και ποτέ μα ποτέ δεν θα γευόταν μια μπουκιά φρέσκο αβγό.
Η θεία Καλλιρρόη την αγκάλιασε, την έσφιξε, την τίναξε προς τα εμπρός, την πίεσε στο στήθος μια και δυο και τρεις φορές και η μικρή με μια κραυγή γύρισε πίσω.
Ύστερα, έβαλε μέσα στο ορθάνοιχτο σαν σπήλαιο στόμα μαλακά το αβγό.
Και πώς τους φάνηκε έτσι ξαφνικά και των δυο τους, καθώς κοιτάζονταν βαθιά στα μάτια, ότι το δωμάτιο -εντελώς απότομα- σα να πλημμύρισε ένα άρωμα, λέει, από χιλιάδες γιασεμιά. Που τους τριγύριζε και τους στροβίλιζε σ’ έναν άχρονο χρόνο χωρίς εικόνες, χωρίς σκέψη, μόνο με μια λαχτάρα για μελάτο αβγό. Που επιτέλους το μοιράστηκαν! Με την ίδια λαιμαργία -μια μπουκιά εσύ μια εγώ- λες κι έκρυβε αυτή η μαλακιά κι αφράτη γεύση την ίδια τη ζωή. Κι ένιωσαν για πρώτη φορά τόσο, μα τόσο πολύ κι οι δυο τους αναπάντεχα ευτυχισμένες!
Tuesday, October 02, 2007
Διηγημα 1.
Ευχαριστώ όλους τους καλούς φίλους για τις ευχές τους σχετικά με την παρουσίαση στο Παρίσι. Δημοσιεύω εδώ το ΑΒΓΟ από τη συλλογή ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΜΗΤΕΡΕΣ που ενέπνευσε και το μετέφρασαν στα γαλλικά. Θα το διαβάσετε σε 2 συνέχειες. 
Της είχαν πει πως έπρεπε να την ταΐζει ένα αβγό κάθε μέρα. Είχε έλλειψη, λέει, λευκώματος στα ογδόντα πέντε της και πρήζονταν τα δάχτυλά της, έτοιμα να σκάσουν έλεγες, να τρέξει το υγρό που ασφυκτιούσε μέσα τους, ολόλευκα και τσιτωμένα.
Της το έκανε μελάτο, ήταν πιο εύκολο να της το ταΐσει με το κουταλάκι, θαρρείς η μητέρα το περίμενε κάθε πρωί, τα μεγάλα, γαλακτερά απ’ το χρόνο, θαμπά σαν δακρυσμένα μάτια της, κοιτούσαν την κόρη γεμάτα λαχτάρα, όλος ο κόσμος της φώλιαζε σ’ αυτή τη μικρή μπουκιά του αβγού.
Δεν μπορούσε πια να περπατήσει, να φροντίσει εκείνη την υπέροχη αψεγάδιαστη ομορφιά της, αυτή που τον παλιό καιρό όλοι ποθούσαν ν’ αγγίξουν το απαλό λευκορόδινο κορμί της, τα χρυσοκόκκινα μαλλιά της, τ’ αλαβάστρινα περιποιημένα χέρια με το αστραφτερό μπλε ζαφείρι να κοσμεί τον παράμεσο του αριστερού της χεριού ακόμη και στο πλύσιμο των πιάτων. Δεν της το είχε βγάλει παρόλο που άλλοτε έχασκε κι άλλοτε την έσφιγγε όταν πρήζονταν τα δάχτυλα. Ήταν πάντα εκεί, το δικό της σημάδι.
Η κόρη πήρε με το κουταλάκι λίγο απ’ το νερουλό αβγό και το ‘βαλε στο ορθάνοιχτο σαν σπήλαιο στόμα της μητέρας, καθώς εκείνη εξακολουθούσε να την κοιτάζει με το βλέμμα της γεμάτο ολόχαρη προσμονή. Το κατάπιε μ’ ένα δυνατό θόρυβο λες και κατρακυλούσαν χίλιες πέτρες σ’ απόκρημνη πλαγιά κι αμέσως μετά άνοιξε πάλι το σπήλαιο-στόμα για την επόμενη κουταλιά. Ήταν μια διαδικασία που γινόταν κάθε πρωί εδώ και μερικούς μήνες, η μία απέναντι στην άλλη μπροστά στο τραπέζι της κουζίνας στρωμένο με το λινό καρό τραπεζομάντιλο, κινήσεις μηχανικές, χωρίς σκέψη, ίσως λίγο κουρασμένες, καμιά τους δεν ήταν νέα πια. Και τίποτα, μα εντελώς τίποτα δεν έμοιαζε να μπορεί να ταράξει αυτή την καθημερινή τους συναλλαγή, εκτός… Εκτός απ’ τη σημερινή μέρα. Σάββατο έξι Ιουνίου! Πού της ήρθε τώρα ν’ αρχίσει να ξεθάβει.
Σαν σήμερα η κόρη είχε γεννηθεί, γύρω στις δέκα το πρωί, της είχε πει η μητέρα, αλλά δεν θυμάται να είχε πέσει τα τελευταία χρόνια αυτή η ημερομηνία πάλι Σάββατο. Άλλωστε δεν γιόρταζε ποτέ. Η μητέρα δεν έκανε γιορτή τέτοια μέρα. Ήταν μια μέρα σχεδόν ανεπιθύμητη, θα μπορούσε να πει κανείς. Ούτε η ίδια καλά-καλά δεν τη θυμόταν, μόνον όταν έπεφτε τυχαία το μάτι της σ’ εκείνο το μικρό ημερολόγιο του τοίχου που το ανανέωνε κάθε χρόνο, έτσι από συνήθεια.
Και τότε έγινε κάτι ξαφνικά. Καθώς κοίταζε την ημερομηνία στο λευκό μικρό χαρτάκι. Για πρώτη φορά μέσα σ’ αυτούς τους μήνες το κουταλάκι με τη μπουκιά του αβγού γλίστρησε απ’ τα δάχτυλα της κόρης και ω! το κίτρινο υγρό λέρωσε το καθαρό τραπεζομάντιλο, καθώς οι σκέψεις πλημμύριζαν απρόσμενα το μυαλό της γυρίζοντάς την πίσω, στην άλλη άκρη του χρόνου, σ’ εκείνο το άλλο σπίτι με τα ψηλά στρογγυλά παράθυρα και τις λευκές γύψινες γιρλάντες στα ταβάνια. Και είδε! Το δικό της σημάδι.
Είχε φορέσει πρωί-πρωί το ολόλευκο φουστάνι της με το μπλε σιρίτι –τόσο της μόδας τα ναυτικά- και τα μπλε παπούτσια, ψηλοτάκουνες γόβες, αν ήταν κάποιος άλλος θα το δεχόταν, αλλά ένας αβγουλάς!
Ξαναβούτηξε το κουτάλι στο αβγό, η πρώτη κουταλιά είχε χυθεί ολόκληρη στη σαλιάρα της μικρούλας κι εκείνη απόστρεφε το μουσούδι άλλη μια φορά. Δεν θα το άντεχε άλλο αυτό, στο μυαλό της μπερδευόταν το λάγνο βλέμμα του αβγουλά μαζί με το δηλητήριο των γιασεμιών κι έκανε το αβγό στο κουτάλι να ριγεί και το κορμί της έτοιμο να εκραγεί. Να γλιτώσει ήθελε, αυτό μονάχα.
(Αύριο η συνέχεια και το τέλος).
Labels: Διηγήματα
Thursday, September 27, 2007
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ
H εκδήλωση δανείζεται τον τίτλο της συλλογής μου "Les Meres Obscures" (Σκοτεινές Μητέρες) και είναι αφιερωμένη σε γραφές που αφορούν τις σχέσεις μητέρας και κόρης.
Θα πραγματοποιηθεί στο Βιβλιοπωλείο "La Loucarne des Ecrivains", 115, rue de l' Ourcq, Paris
Επιτέλους! Μια φωτεινή ημέρα για τις Σκοτεινές Μητέρες!.
Friday, September 21, 2007
Κρυφά...
Παίρνω την τσάντα μου και κάτι άλλα διακριτικά σε μια σακούλα μπλε
κι αναχωρώ.
Πηγαίνω κάπου μυστικά
-κανείς δεν το ξέρει-
κι εκεί αρχίζω χαλαρά -αλλά ενίοτε και με μανία-
να κάνω κάτι που δεν το λέω σε κανέναν.
Ύστερα κοιτάζω μπροστά μου το γαλάζιο και πίσω μου το πράσινο, ανασαίνω βαθιά και κλείνω τα μάτια.
Μπαίνω στο σκοτεινό σημείο από τη δύσβατη δίοδο που κανείς δεν τη λέει σε κανέναν.
Κάθομαι ανάλαφρα, έτοιμη να πεταχτώ στο πρώτο φόβισμα.
Και περιμένω.
Αλλά δεν λέω σε κανέναν τι.
Άλλοτε έρχεται, άλλοτε όχι.
Όταν έρχεται είναι κόκκινο. Έντονο κόκκινο της φωτιάς. Αστραφτερό! Κι έχει ένταση σα να 'ναι πυρετός.
Μετά φεύγει αφήνοντας πίσω μια αχλύ πορτοκαλί φωτός που ξεμακραίνοντας αλλάζει σε μωβ, ροζ, θαμπό κίυτρινο, σπασμένο λευκό, διάφανο τίποτα.
Μαζεύω χωρίς να βιάζομαι ό,τι είχα φέρει και γυρίζω πίσω.
Το πίσω είναι πάντα εκεί και περιμένει.
Δεν λέω σε κανέναν τίποτα. Κανείς ποτέ δεν πρέπει να μάθει.
Γιατί είναι μυστικό.
Γιατί αν δεν είναι μυστικό,
κι αν δεν είναι κρυφό
τότε δεν θα 'ναι.
Thursday, September 13, 2007
Συνέντευξη για το μπλογκ
Αναδημοσιεύω το κείμενο που είχε την καλοσύνη η φίλη Ελένη Γκίκα να δημοσιεύσει στην εφημερίδα και την ευχαριστώ πολύ.
Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
«Μια φορά κι έναν καιρό (μόλις ένα χρόνο πριν δηλαδή) η συγγραφέας πάτησε ctrl+s κι έσωσε κάποιες μικρές διορθώσεις στο τελικό του μυθιστορήματός της, «Ιερή Παγίδα». Ύστερα έστειλε το μέιλ πίσω στον διορθωτή. Ακόμη και η παραμικρή άνω τελεία ήταν στη θέση της πια. Το βιβλίο για τη συγγραφέα ήταν ήδη παρελθόν.
Έμεινε να κοιτάζει την οθόνη με το γνώριμο μπλε φόντο. Ακίνητη οθόνη. Ψυχρή. Σχεδόν απειλητική. Γύρω βούιζε μια ταραγμένη σιωπή. Να έβγαινε έξω στον κόσμο, σκέφτηκε η συγγραφέας. Να ξέπλενε τα συναισθήματα του πρόσφατου αποχωρισμού συντροφιά με άλλους ανθρώπους. Οι χάρτινοι ήρωες της είχαν κρατήσει συντροφιά έξι ολόκληρα χρόνια. Σαν φίλοι. Άλλοτε σαν εχθροί. Πολέμιοι ίσως ήταν η καλύτερη λέξη. Τώρα σφραγίστηκαν καλά με τις δαγκάνες του διορθωτή, απομυθοποιήθηκαν, φτερούγισαν. Πάνε. Έξω μια ζεστή, σχεδόν υγρή βραδιά, η μυρωδιά της θάλασσας ακουμπάει τα ρουθούνια. Ο ήχος της κάνει πιο έντονη τη σιωπή. Η μοναξιά του συγγραφέα μετά την παράδοση του χειρόγραφου είναι εξουθενωτική. Γράφει τη λέξη «λογοτεχνία» και πατά αναζήτηση. Βάζει ένα ποτό και περιμένει. Η οθόνη την έχει παγιδέψει. Κατεβαίνουν πολλά από το google. Το ασύρματο ποντίκι επιλέγει. Blogspot.com
Η συγγραφέας αντιμέτωπη με τον πρώτο blogger. Υπάρχει κάποιος εκεί που μπορεί να «μιλήσει» μαζί του για λογοτεχνία. Από το βάθος της οθόνης αναδύεται ένας καινούριος κόσμος. Φωτάκια ανάβουν. Φρέσκο υγρό χύνεται στο ποτήρι. Ένα χαμόγελο. Ύστερα ένα γέλιο. Στην αρχή η συγγραφέας είναι επιφυλακτική. Προχωρά αργά. Δεν ξέρει το έδαφος. Οι άλλοι την καθοδηγούν. Μέσα πάντα από τη γνώριμη μπλε οθόνη που αλλάζει χρώματα. Ψηλαφά τα posts. Αγγίζει τα comments. Εκσφενδονίζει λέξεις, φράσεις. Εισπράττει επαφή. Γελάει. Χαίρεται σαν παιδί.
Το πρωί το γυροφέρνει ξανά. Τόσο εύκολο να εισχωρήσεις. Blogspot.com. Κι αρχίζει αυτό που λέμε απλά: επικοινωνία.
Η συγγραφέας προσδοκά να γράψει συντροφιά με τους αναγνώστες της. Εκείνη, για πρώτη φορά. Άγνωστοι φίλοι μπαίνουν και βγαίνουν. Ψευδώνυμοι. Ανώνυμοι. Επώνυμοι. Τα βράδια γεμίζουν comments. Τα πρωινά σχεδιάζονται καινούρια spots με κείμενα από νέες επιθυμίες συγγραφικών προτάσεων. Γράφει παρέα με τον κόσμο. Η μοναξιά του συγγραφέα μοιάζει να έχει απορροφηθεί από τη μπλε οθόνη. Διορθώνει το νέο κείμενο. Δέχεται ιδέες. Σχολιάζει τα σχόλια. Καλοπροαίρετοι φίλοι. Πικρόχολοι σχολιαστές άλλοι. Μια ολόκληρη κοινωνία αντίγραφο της πραγματικής. Με πλεονέκτημα ή μειονέκτημα την απόλυτη ελευθερία.
Ένα χρόνο μετά έχει γίνει πια συνήθεια. Οι φίλοι πληθαίνουν. Το ίδιο και οι άλλοι. Μα δεν είπε κανείς ότι εκεί μέσα υπάρχουν… άγγελοι. Υπάρχουν απλώς άνθρωποι. Καλύτερο από το να μην είναι κανείς. Λέω να συνεχίσω. Σχολιάστε».
(Δημοσιεύτηκε στο Κυριακάτικο ΕΘΝΟΣ τον Ιούλιο 2007)
Monday, September 10, 2007
Για την ΙΕΡΗ ΠΑΓΙΔΑ
Και επίσης ευχαριστίες στη Λένα Μαντά για την γνώμη της εδώ στην οποία και εύχομαι πάντα επιτυχίες.
Ευχαριστώ τον αγαπητό Νουβάντα που ασχολήθηκε με την "Ιερή Παγίδα" στο μπλογκ του εδώ.
Και να δηλώσω τη χαρά μου που "συνυπήρξα" (δαιμονοδιαστροφικά) μ' έναν συγγραφέα της νεότερης γενιάς, τον Αύγουστο Κορτώ, του οποίου τον χειμαρρώδη λόγο, την ευρηματικότητα και το παλλόμενο πάθος εκτιμώ.
Tuesday, September 04, 2007
EΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΥΡΠΟΛΗΜΕΝΟΙ
Γύρισα απ’ την πυρπολημένη Εύβοια προχθές το βράδυ. Εκεί πέρασα τις τελευταίες δέκα ημέρες του φλεγόμενου Αύγουστου. Συγκλονισμένη. Ντροπιασμένη. Απογοητευμένη.
Συγκλονισμένη γιατί βίωσα τη φωτιά από κοντά, διαπιστώνοντας την ανεξέλεγκτη δύναμή της σαν στοιχείο της φύσης.
Ντροπιασμένη γιατί ήρθα αντιμέτωπη με τις ευθύνες μου σαν πολίτις αυτής της χώρας, που, ενώ είμαι ελεύθερη να δράσω, ωστόσο τα χέρια μου είναι δεμένα σφιχτά.
Απογοητευμένη από τους κατέχοντες την όποια εξουσία που σύλησαν τα πτώματα της Πελοποννήσου και της Εύβοιας δράττοντας την ευκαιρία για ψηφοθηρία και θεαματικότητα.
Δεν μπόρεσα να μπω μέσα στη φωτιά -ανθρώπινος ο φόβος- (γενναίοι στ’ αλήθεια πυροσβέστες!), πλησίασα μετά. Μετά τη φωτιά. Στα μέρη που εγκατέλειπε. Έβλεπα μια άλλη χώρα. Σκεπασμένη μ’ ένα μαύρο τούλι. Ένα τοπίο ύστερα από πόλεμο και ίσως ατομική βόμβα. Η μυρωδιά του καμένου εισχωρούσε βαθιά εντός. Καμιά φωτογραφία, κανένα κείμενο δεν μπορεί να μεταδώσει την αίσθηση αυτής της μυρωδιάς. Όταν έγραφα την «Ιερή Παγίδα» προσπαθούσα να περιγράψω τη μυρωδιά του πολέμου αλλά δεν είχα αυτό το βίωμα. Τώρα το έχω. Αυτός ο κατακαθισμένος καπνός από καμένα δέντρα, ανθρώπους και ζώα! Είναι η μυρωδιά του πολέμου. Θα την κουβαλάω πάντα μέσα μου. Η φωτιά έχει απολυμάνει το τοπίο καταστρέφοντάς το. Στους δρόμους την ημέρα μετά και για αρκετές μέρες δεν υπάρχουν άνθρωποι. Ο δρόμος καθαρός από ανθρώπινα σκουπίδια, έχουν καεί τα πάντα. Μισολιωμένα μαύρα κουτάκια κόκα κόλας και μπίρας ταιριάζουν χρωματικά με το τοπίο. Για χιλιόμετρα ησυχία. Όχι θρήνοι, ο κόσμος έχει φύγει τρομαγμένος για όπου. (Δεν μιλάω για τους νεκρούς. Δεν τολμώ ακόμη να θίξω αυτό το θέμα). Δεν υπάρχουν ζώα. Ξαφνικά στο πλάι του δρόμου ένας γάιδαρος χωρίς σαμάρι με μισοκαμένη γούνα. Βαδίζει σκυφτός. Τη γνωστή του ίσως διαδρομή. Ενσωματωμένος επίσης χρωματικά στο φόντο.
Δεν είναι η θλίψη. Δεν είναι η οργή. Δεν είναι η απελπισία που αυλακώνει το πρόσωπο. Είναι η morina των Ισπανών. Δεν έχουμε εμείς τέτοια λέξη. Ίσως δεν την ξέρω εγώ. Είναι η νοσταλγία γι’ αυτό που δεν έχει υπάρξει. Η νοσταλγία για το πώς θα έπρεπε να ήταν οι άνθρωποι, αν ήθελαν να είναι άνθρωποι σε μια πολιτισμένη χώρα. Γιατί ο πολιτισμός δεν είναι έμφυτος. Ο άνθρωπος είναι άγριο θηρίο που επιβιώνει με τον θάνατο του άλλου. Ο πολιτισμός κερδίζεται μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, πράξη με την πράξη καθώς το είδος εξελίσσεται και κερδίζει σε ανθρωπιά, σε αλληλεγγύη, σε κοινωνική ευαισθησία, σε συντροφικότητα…
Σε ποια χώρα! Όχι εκεί που οι επιτήδειοι πατούν στα πτώματα των νεκρών εν όψει…
(«… πόσο ιερόσυλη μοιάζει η διεκδίκηση της ψήφου, ενώ υπάρχουν ακόμα άταφοι νεκροί». Αλέξης Ζήρας, Αυγή, 2.9.2007)
Monday, July 16, 2007
Νεα ΑΝΑΓΝΩΣΗ 2
Σας ευχαριστώ πολύ όλους για τα καλά σας λόγια. Ακόμη ευχαριστώ τον Μανώλη Πιμπλή, τον Βασίλη Καλαμαρά και την Λώρη Κέζα για το σχετικό δημοσίευμά τους.
Thursday, July 12, 2007
Για την Πάρνηθα
Όταν είδε τις φλόγες στο γυαλί, ένιωσε από μακριά τον θάνατό του…
Έμενε κάπου μακριά. Στο κέντρο της Αθήνας. Πνιγόταν. Τα Σαββατιάτικα πρωινά συνήθιζε μια μεγάλη βόλτα στο πράσινο του δάσους. Προχωρούσε βαθιά ανασαίνοντας λαίμαργα χειμώνα-καλοκαίρι και φούσκωναν οι πνεύμονες με κάτι που ο ίδιος το χαρακτήριζε «σχεδόν ευτυχία». Βάδιζε αργά πολλές φορές με τα μάτια κλειστά. Δεν συναντούσε κανέναν εκεί που πήγαινε. Κανείς γνωστός του δεν επισκεπτόταν το δάσος. Δεν το λαχταρούσε όπως εκείνος. Όλοι ήξεραν όμως ότι το δάσος ήταν εκεί. Φουντωμένο, πράσινο, σκοτεινό κάπου κάπου κι αλλού ξάστερο, μια αγκαλιά.
Καθώς περπατούσε, προσπαθούσε να διαχωρίσει τις μυρωδιές. Μπερδευόταν. Ήταν τόσα πολλά τα χρώματα. Το καθένα μύριζε αλλιώς. Έτσι είχε μάθει να λέει η κόκκινη μυρωδιά, η πράσινη, η μωβ, η γαλάζια, η πέτρινη… Λιγωτικές, έντονες, ανάλαφρες, πικρές, ξινές, γλυκές…. Τις ξεχώριζε με τα χρώματα. Έκοβε χορτάρια και τα ‘παιρνε μαζί του στην πόλη, να τα ‘χει. Ξέραινε λουλούδια και τα φύλαγε σε κομμάτια διπλωμένο χαρτί. Ήθελε να φυλακίσει και τις μυρωδιές σ’ ένα μπουκάλι, αλλά το ήξερε καλά πια στην ηλικία του πως αυτό ήταν αδύνατον. Ούτε τον αέρα του δάσους μπορούσε να τον μεταφέρει μαζί του. Μόνο στη μνήμη του τον αποθήκευε για μια βδομάδα –τέτοιος έρωτας πια με το δάσος- κι ύστερα χανόταν, δεν τον άφηναν οι δουλειές, η κούραση, το καυσαέριο, οι μυρωδιές που βασάνιζαν τις αισθήσεις κι έπνιγαν την ανάσα. Αλλά ήξερε ότι το δάσος ήταν πάντα εκεί. Όπου κι αν πήγαινε το δάσος ήταν εκεί. Μαζί του. Τον τύλιγε με τη μυρωδιά του, του δυνάμωνε την ανάσα, τον τροφοδοτούσε ζωή.
Μέχρι το άλλο Σάββατο που θα πήγαινε πάλι εκεί. Να ρουφήξει την ομορφιά από κοντά.
Δεν πρόλαβε. Όταν είδε τις φλόγες στο γυαλί χύθηκε μαζί με το αυτοκίνητο στην άσφαλτο, στις στροφές, στο χώμα, μέχρι εκεί που άρχισε να τον πνίγει ο καπνός. Ένα δυνατό χτυποκάρδι. Ένιωσε από μακριά τον θάνατό του. Το δάσος αγκομαχούσε, στρίγκλιζε, πονούσε, αντιστεκόταν και υπέκυπτε. Αντιστεκόταν και υπέκυπτε.
Σαν τρελαμένος πάλευε να προχωρήσει κι άλλο. Να πολεμήσει αυτόν τον θάνατο. Να τυλίξει το δάσος του με μια κουβέρτα, να του ρίξει λίγο νερό στα ξεραμένα χείλη, το ‘νιωθε που καιγόταν κι άκουγε τον ήχο του, ένας ήχος σαν κλάμα αποχαιρετισμού. Και πώς του ήρθε έτσι ξαφνικά να θέλει, λέει, να το αγκαλιάσει, να κλάψει στον ώμο του, να του πει ευχαριστώ, να κρατήσει τις αναμνήσεις του, να του κλείσει ο ίδιος τα μάτια την ύστατη στιγμή.
Έφυγε χωρίς φρέσκα λουλούδια και χορτάρια. Στον γυρισμό προσπαθούσε να σκεφτεί. Ποτέ πια, του ΄λεγε το μυαλό του. Στο σπίτι ξεδίπλωσε τα ξεραμένα χορτάρια και τα διπλωμένα λουλούδια. Τα κόλλησε τρέμοντας σ’ ένα μεγάλο χαρτόνι και τους φόρεσε μια μαύρη γυαλιστερή κορνίζα. Ύστερα κρέμασε την κορνίζα στον γκρίζο τοίχο κοντά στο παράθυρο. Έκλεισε τα μάτια. Τέντωσε τις αισθήσεις του. Προσπάθησε να φέρει στο μυαλό του τη μυρωδιά που τόσα χρόνια είχε αποθηκεύσει στη μνήμη του. Δεν μπόρεσε. Αν και έμενε μακριά από το καμένο δάσος, η μυρωδιά της στάχτης είχε εισχωρήσει παντού. Ποτέ πια, σκέφτηκε με θλίψη. Η ζωή του έγινε έτσι εντελώς ξαφνικά γκρίζα, σαν αποκαϊδι. Διάβολε, ψιθύρισε με τρόμο, και να σκεφτείς ότι το κακό μόλις έχει αρχίσει…
(ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΟΣ ΤΗΣ "ΙΕΡΗΣ ΠΑΓΙΔΑΣ" ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΚΙΤΡΙΝΗ ΕΤΙΚΕΤΑ ΔΕΞΙΑ)
Wednesday, July 04, 2007
ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΟΣ
Ο βιασμός δεν γνωρίζει όρια, τόσο που αποτελεί ο ίδιος έναν συμβολισμό.
(Θα δημοσιεύω κάθε τόσο ένα απόσπασμα. Σας ευχαριστώ που με ανέχεστε.)
Labels: απόσπασμα
Monday, July 02, 2007
Tuesday, June 26, 2007
Το Τέλος του διηγήματος
...Το σώμα μου, κενό ασκί που κουβαλάω μαζί μου, αυτό που δεν περιέχει παρά μονάχα αέρα, ξάφνου αρχίζει να φουσκώνει. Αυτόματα χάνω τον έλεγχο των λόγων μου. Αντιλαμβάνομαι μόνο πως το στόμα συνεχίζει να κινείται μηχανικά εκτοξεύοντας λέξεις, λέξεις κι άλλες λέξεις, πιθανώς ακούγεται αυτό που πρέπει ν’ ακουστεί, αλλά εγώ συνεχώς φουσκώνω. Φουσκώνω. Φουσκώνω τόσο πολύ που δεν μπορεί πια το βάρος του σώματος να με κρατήσει στο δάπεδο. Τότε τα πόδια μου αρχίζουν να σηκώνονται. Χάνω την επαφή με τη μοκέτα. Όμως βλέπω ότι εξακολουθούν να με κοιτάνε. Κοιτάνε κι ακούν εκστατικοί. Είναι προσηλωμένοι σε μένα. Που δεν είμαι πια στο μέρος που κοιτάνε. Έχω ανέβει πνιγμένος αέρα.
Και, ω, νιώθω ανάλαφρος. Τόσο που δεν μπορώ να συγκρατήσω ένα γελάκι ξαφνικό. Τώρα τους βλέπω όλους από ψηλά, καθισμένους στα παρατεταγμένα βελούδινα κόκκινα καθίσματα, με τα ντοσιέ της εταιρείας στα χέρια να κρατούν σημειώσεις για ερωτήσεις, και το γέλιο μου τραντάζει την αίθουσα πολλαπλασιασμένο απ’ το μικρόφωνο και τα ηχεία. Γελάω ανεξέλεγκτα. Τίποτα πλέον δεν μπορεί να με σταματήσει. Γελάω. Και χαίρομαι εδώ ψηλά, κολλημένος στο ταβάνι. Δεν μπορώ βέβαια να ξέρω αυτοί εκεί κάτω τι ακούν να βγαίνει απ’ το στόμα μου κοιτάζοντας στο σημείο όπου νομίζουν ότι με βλέπουν, όμως εγώ ακούω τη φωνή μου να τον καλεί:
Μάνθο...
Τώρα κρατάω την κοιλιά μου απ’ τα γέλια, γιατί μου φαίνεται πως κάτι έχουν αντιληφθεί και ξαφνιάζονται. Σαν να είναι έτοιμοι να διαμαρτυρηθούν, αλλά δεν προλαβαίνουν. Γιατί εγώ βγαίνω απ’ την αίθουσα κι ύστερα
φρρρ
ανεβαίνω πιο ψηλά, βρίσκω το ανοιχτό παράθυρο, ακόμη πιο ψηλά, είναι σαν να πετάω, σαν να κολυμπάω στο κενό... Συγχωρήστε με, Κυρίες και Κύριοι, Μερόπη φίλησέ μου τα παιδιά, τι όμορφα που είναι να πετάς!
Μάνθο, περίμενέ με, επιστρέφω...
γέννησα έκρηξη
Monday, June 25, 2007
ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
Σήμερα τελείωσε η ψηφοφορία και όπως είχα υποσχεθεί θα δημοσιεύσω ονομαστικά τις συμμετοχές. Ιδού λοιπόν οι 8 συμμετέχοντες με τους αύξοντες αριθμούς τους, με τους οποίους έλαβαν μέρος στην ψηφοφορία.
Ν0 1 INDUSTRIALDAISIES
No 2 COMROSITIONDOLL
No 3 BASILEIOS
No 4 IOEU
No 5 THE THERAPIST
No 6 2ΣΧ2
Νο 7 XΡΗΣΤΟΣ ΦΑΣΟΥΛΑΣ
No 8 ANASTASSIOS
Από την ψηφοφορία το τέλος που αναδείχτηκε σαν πιο ταιριαστό με το διήγημα (με 22 ψήφους) ήταν το
Νο 4
δηλαδή ο ioeu (κατά κόσμον Γιάννης Ευθυμιάδης).
Τον ευχαριστώ πολύ για τη συμμετοχή του και του εύχομαι να έχει πάντα και παντού επιτυχίες.
Δεύτεροι ισοψήφισαν (με 14 ψήφους) τα νούμερα 1 και 7
δηλαδή η NDUSTRIALDAISIES και ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΦΑΣΟΥΛΑΣ αντίστοιχα.
Και τώρα διαβάστε το διήγημα με το τέλος του ioeu.
Αύριο θα αναρτήσω το κανονικό τέλος.
ΚΑΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ
ΤΟ ΚΕΝΟ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΜΕ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ IOEU
Ξύπνησα απ' τη σιωπή. Ίσως όμως δεν ήταν ακριβώς αυτό που λέμε σιωπή. Απουσία θορύβου. Αυτό ήταν. Ενός συνηθισμένου, καθημερινού, ρυθμικού θορύβου. Άλλοτε δυνατού που σε ξαγρυπνά κι άλλοτε απαλoύ που σε ησυχάζει και σε κάνει να νιώθεις πως είναι συντροφιά σου. Πως υπάρχει για να υπάρχεις ή υπάρχεις γιατί υπάρχει. Τόσο σφιχταγκαλιασμένοι ο
ένας με τον άλλον, γρανάζια. Αυτός ο θόρυβος, λοιπόν, είχε ξαφνικά σταματήσει.
Άνοιξα τα μάτια με αγωνία. Περισσότερο την είχα υποψιασθεί παρά την είχα νιώσει τη σιωπή. Κοίταξα γύρω μου. Τίποτα δεν είχε αλλάξει από χτες βράδυ. Οι κουρτίνες ακόμη μισάνοιχτες για να περνάει το
Δεν μπόρεσα να συνεχίσω τις σκέψεις μου. Η απουσία του θορύβου με προβλημάτισε ξανά. Έμοιαζε σαν αυτή η σιωπή ν' αναδυόταν από μέσα μου. Μου φάνηκε πως... σαν εγώ...
Και ξαφνικά, λες κι ανακάλυψα την εστία της σιωπής, έβαλα αυτόματα το δεξί χέρι στο μέρος της καρδιάς μου. Αυτό ήταν. Κανένας ήχος. Απόλυτη σιγή! Το γνωστό τακ-τακ δεν ήταν εκεί. Είχε σταματήσει! Άφησα το χέρι στο στήθος αρκετή ώρα. Μια αίσθηση αιωνιότητας με κυρίεψε. Το τακ-τακ δεν ξαναρχόταν. Κοίταξα πάλι προς τη μεριά της Μερόπης. Εξακολουθούσε να κοιμάται γαλήνια μην έχοντας τίποτα υποψιαστεί, γιατί άλλωστε; δεν ήταν κάτι που την αφορούσε.
Πέταξα τα σκεπάσματα και σηκώθηκα. Εφόσον το τακ-τακ είχε σταματήσει, αναμφίβολα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς πως είχα πεθάνει. Όμως η αγωνία μου με έκανε να νιώθω ότι ζω. Έπιασα το σφυγμό μου. Πώς δεν το είχα κάνει αμέσως; Καμιά φορά η καρδιά είναι τόσο διακριτική, ιδιαίτερα στον ύπνο, σκέφτηκα προσπαθώντας να ξεγελάσω τον εαυτό μου... Όμως δεν ακουγόταν σφυγμός ούτε με το
πιεσόμετρο με το οποίο καμιά φορά έπαιρνα την πίεση της πεθεράς μου. Η μόνη εξήγηση προφανώς, όσο παράξενη κι αν φαινόταν εκ πρώτης όψεως, ήταν πως η καρδιά μου δεν βρισκόταν εκεί που ήταν πάντα. Κοίταξα το ρολόι. Οκτώ και μισή. Ήταν η ώρα του να χτυπήσει. Το σταμάτησα μην ξυπνήσει τη Μερόπη κι αναγκαστικά αρχίζαμε κουβέντα. Μπήκα στο μπάνιο. Μπορεί η καρδιά μου να είχε βουβαθεί, αλλά εγώ δεν είχα άλλο χρόνο για χασομέρι, το συνέδριο θα άρχιζε στις δέκα. Και σίγουρα δεν θα έφτανα στον Αστέρα νωρίτερα από τις παρά τέταρτο με την ασφυκτική κίνηση στους δρόμους.
Έκανα βιαστικά ένα ντους και πέρασα την ανάποδη του χεριού μου στο δεξί μου μάγουλο. Αδύνατον να μην ξυριζόμουν. Άπλωσα το χέρι μου στην ηλεκτρική, αλλά σκέφτηκα πως θα καθυστερούσα κι έτσι άρπαξα στα γρήγορα το ξυράφι. Έτσι όπως βιαζόμουν θα 'ταν αφύσικο να μην κοπώ. Ένιωσα ρίγος απ' το τσούξιμο, αλλά πριν προλάβει ν' αρχίσει η αιμορραγία, κόλλησα ένα τραυμοπλάστ. Θα το' βγαζα στην τουαλέτα του Αστέρα. Φόρεσα βιαστικά τα φρεσκοσιδερωμένα ρούχα μου και φίλησα πεταχτά τη Μερόπη στο μέτωπο. Άνοιξε τα μάτια της, ανοιχτά καστανά, σαν μέλι. Α ναρωτήθηκα πώς μπορούσε να έχει ακόμη τόσο όμορφα μάτια, δεν είχα χρόνο όμως για τέτοιες κουβέντες. «Θα λείψω δυο μέρες», το θυμόταν, «καλή επιτυχία», μου ψιθύρισε, «τηλεφώνησέ μου». Δεν προλάβαινα να καλημερίσω τα παιδιά.
Οι υπάλληλοι και οι πωλητές ήταν μαζεμένοι στον μπουφέ έξω απ' την αίθουσα κι έπιναν έναν πρώτο καφέ. Από μακριά έβλεπα τα στόματά τους ν' ανοιγοκλείνουν ακατάπαυστα και το ελεύθερο χέρι τους να πηγαινοέρχεται υποστηρίζοντας προφανώς όσα έλεγαν. Καθώς πλησίαζα, έφτασε στ' αφτιά μου το συνονθύλευμα κάποιων αφελών απόψεων, που υποστήριζαν συνήθως οι απλοί άνθρωποι, σχετικά με τις πορείες των αναρχικών. Μου χαμογέλασαν κι αμέσως άλλαξαν συζήτηση. «Θα σκίσει το καινούργιο προϊόν, boss.»
Ρούφηξα μια γουλιά απ' τον καφέ που έτρεξε να μου σερβίρει η γραμματέας μου και τσάκωσα το βλέμμα της να καρφώνεται στο μάγουλό μου. Θυμήθηκα το κόψιμο με το ξυράφι κι έτρεξα στις τουαλέτες. Είχα ευτυχώς λίγα λεπτά καιρό. Οι τουαλέτες μύριζαν απολυμαντικό. Παράξενο για ένα τόσο πολυτελές ξενοδοχείο, σκέφτηκα. Έπρεπε να κάνω παρατήρηση στο διευθυντή του.
Κοίταξα αφηρημένα το είδωλό μου στον καθρέφτη κι αυθόρμητα ένα χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη μου με τη σκέψη ότι, αν φέτος πιάναμε τον στόχο, θα είχα ένα γερό μπόνους και μια σίγουρη υποψηφιότητα για Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου. Που σήμαινε ότι βρισκόμουν πλέον στην τελική ευθεία για την κορυφή. Αλλά και μέχρι εδώ να έμεναν τα πράγματα, έλεγε η Μερόπη, καλά τα είχα καταφέρει. Αύριο μετά το συνέδριο οι ξένοι θα ανήγγελλαν και επίσημα την υπαγωγή σε μένα της αγοράς των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής.
Τράβηξα απαλά το τραυμοπλάστ απ' το μάγουλό μου, μην αρχίσει να τρέχει το αίμα, κι έκανα να το ρίξω στο καλάθι των αχρήστων. Χωρίς να το θέλω, το μάτι μου έπεσε πάνω του. Παράξενο. Το τραυμοπλάστ δεν είχε καθόλου μα καθόλου αίμα, ούτε το μάγουλό μου κανένα ίχνος από αιμορραγία. Ήταν σαν να μην είχα κοπεί καθόλου, άδικα είχα ανησυχήσει... Μ' ένα όμως προσεκτικότερο κοίταγμα το πράγμα έδειξε διαφορετικό. Υπήρχε μια μικρή ουλή από το κόψιμο, λίγο ανοιχτή αλλά στεγνή και χλομή, σαν να μην είχε τρέξει καθόλου αίμα. Τόσο το καλύτερο, σκέφτηκα, που δεν είχα λερωθεί, και βγήκα απ' τις τουαλέτες γιατί σίγουρα θα είχαν όλοι μαζευτεί και θα περίμεναν εμένα για ν' αρχίσει το συνέδριο.
Δεν πρόλαβα να κάνω δυο βήματα στο διάδρομο και μια ξαφνική ταραχή με κυρίεψε. Ξαναγύρισα αμέσως τρέμοντας. Βουτήχτηκα πάλι στον καθρέφτη. Σταγόνες ιδρώτα γυάλιζαν στο μέτωπό μου. Έβαλα το χέρι μου στο μέρος της καρδιάς. Παρ' όλη τη λαχτάρα μου ο χτύπος δεν είχε επιστρέψει. Η καρδιά απουσίαζε ακόμη απ' τη θέση της. Και το αίμα; αναρωτήθηκε το μυαλό μου. Δεν ήθελα ούτε να το σκεφτώ. Αν η καρδιά... τότε και το αίμα... Κοίταξα γύρω μου με αγωνία μήπως υπήρχε κανένα αιχμηρό εργαλείο. Ρίχνοντας ακόμη μια ματιά στον καθρέφτη, σκέφτηκα ότι ο καθρέφτης, δηλαδή το γυαλί, ήταν ό,τι χρειαζόμουν. Δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά, έπρεπε να διαπιστώσω...
Τρέχω λοιπόν και βγάζω το ρολό τουαλέτας απ’ το γάντζο και ξεκολλάω με μια κίνηση —πού βρήκα τέτοια δύναμη — το γάντζο απ’ τον τοίχο. Έπρεπε να βιαστώ για να μην αρχίσουν ν’ ανησυχούν και με ψάχνουν. Με το γάντζο, που ήταν σιδερένιος, τρέχω ξανά στον καθρέφτη. Δεν διστάζω ούτε λεπτό. Σπάω αμέσως μια τριγωνική άκρη του κι έχω στα χέρια μου ένα μικρό, αιχμηρό αντικείμενο κατάλληλο για το σκοπό μου. Δεν είχα λόγο να κάνω τη γρατσουνιά στο πρόσωπο. Άπλωσα το χέρι και ξεκούμπωσα το μανίκι του ολόλευκου, καλοσιδερωμένου μου πουκάμισου. Ψηλά στον καρπό ήταν η καλύτερη θέση, δεν μπορούσα άλλο να το καθυστερώ, χρατς...
Σε όποιον και να το πω δεν θα με πιστεύει. Πονούσε στον καρπό μου η πληγή, έχασκε ανοιχτή μπροστά στα μάτια μου αλλά δεν έσταζε καθόλου αίμα. Δεν υπήρχε αίμα!
Το Πρώτο πιάτο ήταν, όπως συνηθίζεται, καπνιστός σολομός. Θα προτιμούσα κάτι πιο πρωτότυπο, αλλά ευτυχώς δεν ήταν καλεσμένοι οι ξένοι τώρα το μεσημέρι. Για το βράδυ είχα την ελπίδα ότι θα παρουσίαζαν κάτι εκλεκτότερο. Έπρεπε να κάνω παρατήρηση στον αρμόδιο του τμήματος των δημοσίων σχέσεων της εταιρείας, αλλά ήξερα ότι αυτός θα τα φόρτωνε στην υπεύθυνη των συνεδρίων και ούτω καθεξής, δεν βρίσκεις άκρη σ’ αυτά τα πράγματα.
Απ’ ό,τι έβλεπα, κανείς δεν είχε ιδιαίτερη όρεξη για φαγητό, περιμένοντας το βαρύ πυροβολικό των ξένων το απόγευμα. Καταλάβαινα στα βλέμματά τους ένα ελαφρό, ανεπαίσθητο μούδιασμα. Αντίθετα, εγώ ένιωθα άνετος ως προς αυτό, γιατί ήξερα την απόφασή τους σε σχέση με τη δική μου θέση, αν και δεν μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος, τα συμφέροντα μεταβάλλονται γρήγορα...
Έκοψα μια μπουκιά σολομό και την έβαλα στο στόμα μου. Η γεύση δεν ήταν κακή, λιγάκι λεμόνι είχε περισσότερο. Την κατάπια βιαστικά, πάντα μ’ ενοχλούσε το λίγο παραπάνω ξινό. Όμως η μπουκιά δεν κατέβαινε. Και δεν ήμουν καθόλου σίγουρος ότι έφταιγε το λεμόνι. Είχε σταθεί λίγο κάτω απ’ τον οισοφάγο μου. Δοκίμασα να την βοηθήσω με λίγο κρασί, σ’ αυτό είχαν κάνει ομολογουμένως πολύ καλή επιλογή, μια Ρομπόλα όσο έπρεπε παγωμένη.
Η μπουκιά στεκόταν εκεί λες και κάποιος είχε τσιμεντώσει το υπόλοιπο μέρος του οισοφάγου μου. Τίποτα δεν γλιστρούσε παρακάτω. Έπρεπε να το φτύσω, και όχι βέβαια στο πιάτο μου, μπροστά στα βλέμματα των υπαλλήλων.
Σηκώθηκα διακριτικά και με μια κίνηση καθησύχασα όσους ήταν έτοιμοι να τρέξουν για να δουν μήπως επιθυμώ κάτι. Προχώρησα όσο μπορούσα πιο φυσιολογικά μέχρι το διάδρομο, υπήρχε πιθανότητα κάποιος να με βλέπει, κι ύστερα έτρεξα στις τουαλέτες. Η μπουκιά με πίεζε πολύ. Έσκυψα στη λεκάνη και την έβγαλα νιώθοντας επιτέλους να ξαλαφρώνω. Ύστερα στο νιπτήρα δοκίμασα να πιω με το χέρι μου λίγο δροσερό νερό. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι ούτε το νερό κατέβαινε. Σαν να σταμάταγε ο οισοφάγος δυο εκατοστά πέρα απ’ τη ρίζα της γλώσσας. Άνοιξα το στόμα μου και κοίταξα στον καθρέφτη μήπως διακρίνω τίποτα. Ορατότης μηδέν. Σκέτη μαυρίλα! Ιδρώτας άρχισε πάλι ν’ αναβλύζει απ’ το μέτωπό μου, ήταν το τρίτο παράξενο κρούσμα απ’ το πρωί, σίγουρα αυτόν τον καθηγητή της Ψυχιατρικής θα έπρεπε κάποια στιγμή να τον επισκεφθώ προσωπικά, σκέφτηκα. Θα με πρόσεχε οπωσδήποτε, τόσα χρήματα έπαιρνε απ’ την εταιρεία. Σκούπισα τον ιδρώτα μου με λίγο χαρτί και ξαναγύρισα στο τραπέζι, όχι δεν ήταν τίποτα, μην ανησυχείτε, ένα τηλεφώνημα επείγον που το είχα ξεχάσει, ας συνεχίσουμε το φαγητό μας...
Δεν είχα ιδέα όμως τι έπρεπε να κάνω για να παριστάνω ότι τρώω. Η αλήθεια είναι πως δεν πεινούσα και καθόλου, πράγμα που με παραξένεψε ακόμη περισσότερο. Είχα να βάλω μπουκιά στο στόμα μου από χτες το μεσημέρι. Τα ραντεβού μου στο γραφείο ήταν τόσα πολλά, αν δεν μου θύμιζε την ώρα του φαγητού η γραμματέας μου, μπορούσα να μείνω νηστικός μέχρι το βράδυ. Παλιά συνήθεια που είχα από μικρός όταν ήμασταν στα χωράφια, κάτω στη γενέτειρά μου την Κρήτη, και μαζεύαμε τις ελιές στον καιρό τους, τέσσερα χέρια όλα κι όλα, του πατέρα μου και τα δικά μου, η μάνα μου είχε πεθάνει στη γέννα. Απορούσα πώς είχα κατορθώσει εγώ να βρίσκομαι τώρα σ’ αυτό το τραπέζι, σ’ αυτή τη θέση, σ’ αυτή την εταιρεία!
Δεν δοκίμασα ούτε μια γουλιά καφέ. Φοβόμουν ότι πάλι δεν θα κατέβαινε τίποτα κάτω... Τα βράδια, θυμάμαι, γυρίζαμε σπίτι με το γάιδαρο, Μάνθο τον έλεγαν. Βάδιζε άκρη-άκρη στο γκρεμό κι εγώ έτρεμα. «Μη σκιάζεσαι», μου ‘λεγε ο πατέρας, «εκείνος ξέρει μαθές, όσο πιο σιμά στον κίνδυνο τόσο καλύτερα τον κατέχει, μην τονε χάψει». Από τότε θαύμαζα τον Μάνθο. Ήταν μια σπουδαία συντροφιά για μένα. Δεν είχα αδέλφια και... Πώς μου ‘ρθαν τώρα όλ’ αυτά; αναλογίστηκα παραξενεμένος.
Η ώρα είχε πάει τέσσερις κι έπρεπε να ετοιμαστώ για την υποδοχή των ξένων. Πήγα στο δωμάτιό μου να φρεσκαριστώ.
Ο διαφημιστής μας είχε μια πολύ δημιουργική ιδέα. Να υποδεχτούμε τους ξένους στο αεροδρόμιο κι ένας οπερατέρ να βιντεοσκοπήσει κρυφά τον ερχομό τους και να τους τον παρουσιάσουμε σαν εναρκτήριο καλωσόρισμα στο δεύτερο μέρος του συνεδρίου, το οποίο θα παρακολουθούσαν και οι ίδιοι. Σίγουρα θα τους εντυπωσιάζαμε.
Δεν είχε άδικο. Επιφωνήματα ευχάριστης έκπληξης ακούστηκαν το απόγευμα στην αίθουσα του συνεδρίου και όλοι χειροκρότησαν θερμά. Πηγαίναμε καλά. Δεν είχα πια αιτία ν’ ανησυχώ. Ακόμη και στο λόγο του ο μεγάλος απ’ την Ελβετία δεν παρέλειψε να ευχαριστήσει για την τόσο «έξυπνη», είπε επί λέξει, υποδοχή. Εκείνη τη στιγμή νοστάλγησα την καρδιά μου.
Λίγο πριν τελειώσει το απογευματινό μέρος του συνεδρίου έγινε και η μεγάλη ανακοίνωση που αφορούσε το άτομό μου. ‘Ηταν η πρώτη φορά μετά από τα χρόνια των σπουδών μου που έπαθα τρακ. Προσπάθησα με κόπο να καλύψω το τρέμουλο των χεριών μου Κι εκείνο το κάτι σαν λυγμό που ανέβαινε απ’ το στήθος μου. Φαντάσου σε τέτοια ηλικία, μονολόγησα. Όταν είχα αποφοιτήσει απ’ τα μεταπτυχιακά μου στο Χάρβαρντ και πήρα το ντοκτορά μου απ’ τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου, είχα νιώσει την ίδια συγκίνηση, έτοιμος να εκτοξευτώ στον πιο μακρινό ουρανό. Η Μερόπη ήταν τότε πολύ ευτυχισμένη. Η αλήθεια είναι πως ουσιαστικά εκείνη τα είχε καταφέρει, αν δεν ήταν ο πατέρας της με τις διαπλοκές του σίγουρα δεν θα μπορούσα να εξασφαλίσω τέτοια αξιοζήλευτη υποτροφία... Καμιά φορά με γέμιζε τύψεις αυτή η σκέψη, ιδιαίτερα όταν... αλλά κάθε άντρας δικαιούται να κάνει μερικά ερωτικά παραστρατήματα στη ζωή του, τι διάολο πια.
Το βράδυ το γεύμα δόθηκε στη μεγάλη αίθουσα με συνοδεία μουσικής. Υπήρχε μπαλέτο, εξαμελής ορχήστρα και πρόγραμμα ελαφρό και λαϊκό. Οι ξένοι τρελαίνονται για τσιφτετέλια, ζήτω η Ελλάδα, έλεγαν και πέταγαν γαρδένιες μαζί με τα καλαθάκια. Αν μπορούσα μόνο να καταπιώ δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα. Σκυμμένος στο πιάτο μου, έκανα ένα σωρό μανούβρες για να μην καταλάβει κανείς τίποτα. Δεν ανέφερα κάτι ούτε στη Μερό πη, που την πήρα στο τηλέφωνο για να της πω «όλα καλά» και να την ευχαριστήσω για την ωραία της ανθοδέσμη, που είχε προνοήσει να μου στείλει για την προαγωγή μου.
Κλείνοντας το τηλέφωνο, ασυναίσθητα έβαλα το χέρι στο στομάχι μου. Αυτό ήταν. Το μυαλό μου άρχισε να δουλεύει πυρετικά. Ίσως δεν ήταν θέμα ψυχιάτρου, όπως θέλησα να πιστέψω το μεσημέρι. Ίσως να ήταν αυτό ακριβώς που δεν τολμούσα ούτε να το σκεφτώ: μπορεί να είχε φύγει, μαζί με την καρδιά και το αίμα, και όλο το πεπτικό μου σύστημα. Τα εντόσθιά μου! Ήταν πάρα πολύ δύσκολο βέβαια να το πιστέψω. Σχεδόν κωμικό! Με αποσπούσε όμως απ’ τις δουλειές του συνεδρίου και ήταν πολλά τα πρακτικά προβλήματα που έπρεπε να λύσω...
Ο ξένος ερχόταν προς το μέρος μου, έπρεπε να πάρω το καλό μου ύφος. Μου χαμογέλασε. Αυστριακός ήταν νομίζω, αλλά γεννημένος στην Ελβετία και μεγαλωμένος στη Ρώμη με μεταπτυχιακές σπουδές στο Χάρβαρντ όπως κι εγώ, μιλούσε οκτώ γλώσσες, εγώ μόνο τέσσερις μαζί με τα ελληνικά μου. «Εκείνο που μας ανησυχεί», μπήκε στο ψητό, «είναι οι τριγμοί στο κυβερνών κόμμα τώρα που περιμένουμε την έγκριση κυκλοφορίας του καινούργιου φαρμάκου για την κατάθλιψη». Τον διαβεβαίωσα ότι δεν εξαρτάται από τα κόμματα αυτό αλλά από διαφορετικές παρασκηνιακές, μυστικές διασυνδέσεις που υπήρχαν παντού και τις έλεγχα. Χάρηκε και μου χτύπησε φιλικά την πλάτη. Ένιωσα μεγάλη ανακούφιση.
Εκείνη τη στιγμή μάς πλησίασε γελώντας η Νόρα, συνεργάτις της εταιρείας μας, αυτοπυρπολούμενη στην απαστράπτουσα θηλυκότητά της. Ανάμεσα στις κουβέντες και τ’ αστεία της πέταξε και το γνωστό «απόψε», όπως κάθε φορά που ήμασταν σε συνέδριο και διανυκτερεύαμε εκτός οικογενειακής εστίας. Δεν τόλμησα ν’ αρνηθώ παρόλο που κάτι μέσα μου μού έλεγε πως έπρεπε να το κάνω…
Τρέχω λοιπόν και βγάζω το ρολό τουαλέτας απ’ το γάντζο και ξεκολλάω με μια κίνηση —πού βρήκα τέτοια δύναμη — το γάντζο απ’ τον τοίχο. Έπρεπε να βιαστώ για να μην αρχίσουν ν’ ανησυχούν και με ψάχνουν. Με το γάντζο, που ήταν σιδερένιος, τρέχω ξανά στον καθρέφτη. Δεν διστάζω ούτε λεπτό. Σπάω αμέσως μια τριγωνική άκρη του κι έχω στα χέρια μου ένα μικρό, αιχμηρό αντικείμενο κατάλληλο για το σκοπό μου. Δεν είχα λόγο να κάνω τη γρατσουνιά στο πρόσωπο. Άπλωσα το χέρι και ξεκούμπωσα το μανίκι του ολόλευκου, καλοσιδερωμένου μου πουκάμισου. Ψηλά στον καρπό ήταν η καλύτερη θέση, δεν μπορούσα άλλο να το καθυστερώ, χρατς...
Σε όποιον και να το πω δεν θα με πιστεύει. Πονούσε στον καρπό μου η πληγή, έχασκε ανοιχτή μπροστά στα μάτια μου αλλά δεν έσταζε καθόλου αίμα. Δεν υπήρχε αίμα!
Το Πρώτο πιάτο ήταν, όπως συνηθίζεται, καπνιστός σολομός. Θα προτιμούσα κάτι πιο πρωτότυπο, αλλά ευτυχώς δεν ήταν καλεσμένοι οι ξένοι τώρα το μεσημέρι. Για το βράδυ είχα την ελπίδα ότι θα παρουσίαζαν κάτι εκλεκτότερο. Έπρεπε να κάνω παρατήρηση στον αρμόδιο του τμήματος των δημοσίων σχέσεων της εταιρείας, αλλά ήξερα ότι αυτός θα τα φόρτωνε στην υπεύθυνη των συνεδρίων και ούτω καθεξής, δεν βρίσκεις άκρη σ’ αυτά τα πράγματα.
Απ’ ό,τι έβλεπα, κανείς δεν είχε ιδιαίτερη όρεξη για φαγητό, περιμένοντας το βαρύ πυροβολικό των ξένων το απόγευμα. Καταλάβαινα στα βλέμματά τους ένα ελαφρό, ανεπαίσθητο μούδιασμα. Αντίθετα, εγώ ένιωθα άνετος ως προς αυτό, γιατί ήξερα την απόφασή τους σε σχέση με τη δική μου θέση, αν και δεν μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος, τα συμφέροντα μεταβάλλονται γρήγορα...
Έκοψα μια μπουκιά σολομό και την έβαλα στο στόμα μου. Η γεύση δεν ήταν κακή, λιγάκι λεμόνι είχε περισσότερο. Την κατάπια βιαστικά, πάντα μ’ ενοχλούσε το λίγο παραπάνω ξινό. Όμως η μπουκιά δεν κατέβαινε. Και δεν ήμουν καθόλου σίγουρος ότι έφταιγε το λεμόνι. Είχε σταθεί λίγο κάτω απ’ τον οισοφάγο μου. Δοκίμασα να την βοηθήσω με λίγο κρασί, σ’ αυτό είχαν κάνει ομολογουμένως πολύ καλή επιλογή, μια Ρομπόλα όσο έπρεπε παγωμένη.
Η μπουκιά στεκόταν εκεί λες και κάποιος είχε τσιμεντώσει το υπόλοιπο μέρος του οισοφάγου μου. Τίποτα δεν γλιστρούσε παρακάτω. Έπρεπε να το φτύσω, και όχι βέβαια στο πιάτο μου, μπροστά στα βλέμματα των υπαλλήλων.
Σηκώθηκα διακριτικά και με μια κίνηση καθησύχασα όσους ήταν έτοιμοι να τρέξουν για να δουν μήπως επιθυμώ κάτι. Προχώρησα όσο μπορούσα πιο φυσιολογικά μέχρι το διάδρομο, υπήρχε πιθανότητα κάποιος να με βλέπει, κι ύστερα έτρεξα στις τουαλέτες. Η μπουκιά με πίεζε πολύ. Έσκυψα στη λεκάνη και την έβγαλα νιώθοντας επιτέλους να ξαλαφρώνω. Ύστερα στο νιπτήρα δοκίμασα να πιω με το χέρι μου λίγο δροσερό νερό. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι ούτε το νερό κατέβαινε. Σαν να σταμάταγε ο οισοφάγος δυο εκατοστά πέρα απ’ τη ρίζα της γλώσσας. Άνοιξα το στόμα μου και κοίταξα στον καθρέφτη μήπως διακρίνω τίποτα. Ορατότης μηδέν. Σκέτη μαυρίλα! Ιδρώτας άρχισε πάλι ν’ αναβλύζει απ’ το μέτωπό μου, ήταν το τρίτο παράξενο κρούσμα απ’ το πρωί, σίγουρα αυτόν τον καθηγητή της Ψυχιατρικής θα έπρεπε κάποια στιγμή να τον επισκεφθώ προσωπικά, σκέφτηκα. Θα με πρόσεχε οπωσδήποτε, τόσα χρήματα έπαιρνε απ’ την εταιρεία. Σκούπισα τον ιδρώτα μου με λίγο χαρτί και ξαναγύρισα στο τραπέζι, όχι δεν ήταν τίποτα, μην ανησυχείτε, ένα τηλεφώνημα επείγον που το είχα ξεχάσει, ας συνεχίσουμε το φαγητό μας...
Δεν είχα ιδέα όμως τι έπρεπε να κάνω για να παριστάνω ότι τρώω. Η αλήθεια είναι πως δεν πεινούσα και καθόλου, πράγμα που με παραξένεψε ακόμη περισσότερο. Είχα να βάλω μπουκιά στο στόμα μου από χτες το μεσημέρι. Τα ραντεβού μου στο γραφείο ήταν τόσα πολλά, αν δεν μου θύμιζε την ώρα του φαγητού η γραμματέας μου, μπορούσα να μείνω νηστικός μέχρι το βράδυ. Παλιά συνήθεια που είχα από μικρός όταν ήμασταν στα χωράφια, κάτω στη γενέτειρά μου την Κρήτη, και μαζεύαμε τις ελιές στον καιρό τους, τέσσερα χέρια όλα κι όλα, του πατέρα μου και τα δικά μου, η μάνα μου είχε πεθάνει στη γέννα. Απορούσα πώς είχα κατορθώσει εγώ να βρίσκομαι τώρα σ’ αυτό το τραπέζι, σ’ αυτή τη θέση, σ’ αυτή την εταιρεία!
Δεν δοκίμασα ούτε μια γουλιά καφέ. Φοβόμουν ότι πάλι δεν θα κατέβαινε τίποτα κάτω... Τα βράδια, θυμάμαι, γυρίζαμε σπίτι με το γάιδαρο, Μάνθο τον έλεγαν. Βάδιζε άκρη-άκρη στο γκρεμό κι εγώ έτρεμα. «Μη σκιάζεσαι», μου ‘λεγε ο πατέρας, «εκείνος ξέρει μαθές, όσο πιο σιμά στον κίνδυνο τόσο καλύτερα τον κατέχει, μην τονε χάψει». Από τότε θαύμαζα τον Μάνθο. Ήταν μια σπουδαία συντροφιά για μένα. Δεν είχα αδέλφια και... Πώς μου ‘ρθαν τώρα όλ’ αυτά; αναλογίστηκα παραξενεμένος.
Η ώρα είχε πάει τέσσερις κι έπρεπε να ετοιμαστώ για την υποδοχή των ξένων. Πήγα στο δωμάτιό μου να φρεσκαριστώ.
Ο διαφημιστής μας είχε μια πολύ δημιουργική ιδέα. Να υποδεχτούμε τους ξένους στο αεροδρόμιο κι ένας οπερατέρ να βιντεοσκοπήσει κρυφά τον ερχομό τους και να τους τον παρουσιάσουμε σαν εναρκτήριο καλωσόρισμα στο δεύτερο μέρος του συνεδρίου, το οποίο θα παρακολουθούσαν και οι ίδιοι. Σίγουρα θα τους εντυπωσιάζαμε.
Δεν είχε άδικο. Επιφωνήματα ευχάριστης έκπληξης ακούστηκαν το απόγευμα στην αίθουσα του συνεδρίου και όλοι χειροκρότησαν θερμά. Πηγαίναμε καλά. Δεν είχα πια αιτία ν’ ανησυχώ. Ακόμη και στο λόγο του ο μεγάλος απ’ την Ελβετία δεν παρέλειψε να ευχαριστήσει για την τόσο «έξυπνη», είπε επί λέξει, υποδοχή. Εκείνη τη στιγμή νοστάλγησα την καρδιά μου.
Λίγο πριν τελειώσει το απογευματινό μέρος του συνεδρίου έγινε και η μεγάλη ανακοίνωση που αφορούσε το άτομό μου. ‘Ηταν η πρώτη φορά μετά από τα χρόνια των σπουδών μου που έπαθα τρακ. Προσπάθησα με κόπο να καλύψω το τρέμουλο των χεριών μου Κι εκείνο το κάτι σαν λυγμό που ανέβαινε απ’ το στήθος μου. Φαντάσου σε τέτοια ηλικία, μονολόγησα. Όταν είχα αποφοιτήσει απ’ τα μεταπτυχιακά μου στο Χάρβαρντ και πήρα το ντοκτορά μου απ’ τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου, είχα νιώσει την ίδια συγκίνηση, έτοιμος να εκτοξευτώ στον πιο μακρινό ουρανό. Η Μερόπη ήταν τότε πολύ ευτυχισμένη. Η αλήθεια είναι πως ουσιαστικά εκείνη τα είχε καταφέρει, αν δεν ήταν ο πατέρας της με τις διαπλοκές του σίγουρα δεν θα μπορούσα να εξασφαλίσω τέτοια αξιοζήλευτη υποτροφία... Καμιά φορά με γέμιζε τύψεις αυτή η σκέψη, ιδιαίτερα όταν... αλλά κάθε άντρας δικαιούται να κάνει μερικά ερωτικά παραστρατήματα στη ζωή του, τι διάολο πια.
Το βράδυ το γεύμα δόθηκε στη μεγάλη αίθουσα με συνοδεία μουσικής. Υπήρχε μπαλέτο, εξαμελής ορχήστρα και πρόγραμμα ελαφρό και λαϊκό. Οι ξένοι τρελαίνονται για τσιφτετέλια, ζήτω η Ελλάδα, έλεγαν και πέταγαν γαρδένιες μαζί με τα καλαθάκια. Αν μπορούσα μόνο να καταπιώ δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα. Σκυμμένος στο πιάτο μου, έκανα ένα σωρό μανούβρες για να μην καταλάβει κανείς τίποτα. Δεν ανέφερα κάτι ούτε στη Μερό πη, που την πήρα στο τηλέφωνο για να της πω «όλα καλά» και να την ευχαριστήσω για την ωραία της ανθοδέσμη, που είχε προνοήσει να μου στείλει για την προαγωγή μου.
Κλείνοντας το τηλέφωνο, ασυναίσθητα έβαλα το χέρι στο στομάχι μου. Αυτό ήταν. Το μυαλό μου άρχισε να δουλεύει πυρετικά. Ίσως δεν ήταν θέμα ψυχιάτρου, όπως θέλησα να πιστέψω το μεσημέρι. Ίσως να ήταν αυτό ακριβώς που δεν τολμούσα ούτε να το σκεφτώ: μπορεί να είχε φύγει, μαζί με την καρδιά και το αίμα, και όλο το πεπτικό μου σύστημα. Τα εντόσθιά μου! Ήταν πάρα πολύ δύσκολο βέβαια να το πιστέψω. Σχεδόν κωμικό! Με αποσπούσε όμως απ’ τις δουλειές του συνεδρίου και ήταν πολλά τα πρακτικά προβλήματα που έπρεπε να λύσω...
Ο ξένος ερχόταν προς το μέρος μου, έπρεπε να πάρω το καλό μου ύφος. Μου χαμογέλασε. Αυστριακός ήταν νομίζω, αλλά γεννημένος στην Ελβετία και μεγαλωμένος στη Ρώμη με μεταπτυχιακές σπουδές στο Χάρβαρντ όπως κι εγώ, μιλούσε οκτώ γλώσσες, εγώ μόνο τέσσερις μαζί με τα ελληνικά μου. «Εκείνο που μας ανησυχεί», μπήκε στο ψητό, «είναι οι τριγμοί στο κυβερνών κόμμα τώρα που περιμένουμε την έγκριση κυκλοφορίας του καινούργιου φαρμάκου για την κατάθλιψη». Τον διαβεβαίωσα ότι δεν εξαρτάται από τα κόμματα αυτό αλλά από διαφορετικές παρασκηνιακές, μυστικές διασυνδέσεις που υπήρχαν παντού και τις έλεγχα. Χάρηκε και μου χτύπησε φιλικά την πλάτη. Ένιωσα μεγάλη ανακούφιση.
Εκείνη τη στιγμή μάς πλησίασε γελώντας η Νόρα, συνεργάτις της εταιρείας μας, αυτοπυρπολούμενη στην απαστράπτουσα θηλυκότητά της. Ανάμεσα στις κουβέντες και τ’ αστεία της πέταξε και το γνωστό «απόψε», όπως κάθε φορά που ήμασταν σε συνέδριο και διανυκτερεύαμε εκτός οικογενειακής εστίας. Δεν τόλμησα ν’ αρνηθώ παρόλο που κάτι μέσα μου μού έλεγε πως έπρεπε να το κάνω…
Έβγαλε αργά τα ρούχα της πετώντας τα ένα-ένα προς το μέρος μου στο κρεβάτι. Της άρεσε πάντα να παίζει με την κάβλα μου και να με ερεθίζει εξαιρετικά. ‘Ηταν η πιο αισθησιακή γυναίκα που είχα γνωρίσει. Και ήταν αρκετά πιωμένη για να λύνεται εντελώς και να το απολαμβάνει. Πρόσεξα ότι άρεσε και στον ξένο, η ίδια η Νόρα όμως δήλωσε χαριτολογώντας πως προτιμά εμένα, γιατί είμαι πάντα εδώ και πιο εύκολα του χεριού της. Η αλήθεια είναι ότι έπαιρνε όλες τις συνεδριακές δουλειές της εταιρείας, ήταν όμως καλή στον τομέα της και της άξιζε. Κανείς δεν μπορούσε να με κατηγορήσει ότι χαρίζομαι, Πράγμα που θα ενείχε κινδύνους για τη θέση μου.
Άγγιξα απαλά τις ρώγες της και κοκκίνισαν τα δάχτυλά μου, της άρεσε να τις βάφει με το κραγιόν των χειλιών της. Γέλασε ρίχνοντας το κεφάλι της πίσω και προκαλώντας με να την πάρω όρθια ακουμπισμένη στον τοίχο. Και τότε ένιωσα ένα πολύ παράξενο αίσθημα. Ξαφνικά έμοιαζε σαν να μου κόπηκε η ανάσα. Λες και δεν υπήρχε καθόλου αέρας στο δωμάτιο ή σαν να βούλωσε η μύτη μου και δεν άφηνε να περάσει τίποτα στα πνευμόνια μου. Νόμισα θα λιποθυμήσω κι έκανα να κρατηθώ απ’ το κομοδίνο. Όμως, άλλο παράξενο, δεν ζαλίστηκα καν απ’ την έλλειψη οξυγόνου, λες και ήμουν πλήρης από αέρα εσωτερικά και δεν είχα ανάγκη την αναπνοή. Όλα εξακολουθούσαν να είναι όπως ήταν, αν και η διέγερσή μου δεν έμοιαζε να ικανοποιεί τη Νόρα, που με είχε συνηθίσει αλλιώς. Πώς μπορεί όμως να έχει κανείς διάθεση για πήδημα όταν ανακαλύπτει πως δεν αναπνέει καθόλου πια; Δικαιολόγησα μέσα μου την κατάσταση. Κοίταξα τη Νόρα, μισοφωτισμένη απ’ τα εξωτερικά φώτα της πισίνας του ξενοδοχείου, που έμπαιναν στο δωμάτιο απ’ την ημιδιάφανη ανεμίζουσα κουρτίνα. Χαμογελούσε περιμένοντας, γιατί αργούσα; Δεν είχε τίποτα καταλάβει.
Διέσχισα την ελάχιστη απόσταση που μας χώριζε, περνώντας μπροστά απ’ τον καθρέφτη. Αυτό που είδα τυχαία, ρίχνοντας μια ματιά, μ’ έκανε να χάσω εντελώς την όρεξή μου για τα περαιτέρω και ν’ αφήσω στη μέση τη Νόρα, που ήταν έτοιμη για το πιο περίτεχνο πήδημα της ζωής της, λιγωμένη πάνω στον κάτασπρο τοίχο.
Με το ελάχιστο φως που ερχόταν απ’ έξω είδα το σώμα μου να εμφανίζει στον καθρέφτη το εσωτερικό του. Μπορεί να φανεί υπερβολικό αυτό που λέω, όμως είναι γεγονός. Το είδα με τα μάτια μου. Αντίκρισα λοιπόν στον καθρέφτη το εσωτερικό του εαυτού μου. Είδα το περίγραμμά του, τα κόκαλα, το σκελετό, τη ραχοκοκαλιά, τη λεκάνη, αλλά δεν είδα την καρδιά, το στομάχι, τους πνεύμονες, τα έντερα, τις αρτηρίες, την κύστη μου, τους αδένες μου. Δεν είχε τίποτα μέσα αυτό το σώμα. Όλα τα εντόσθια έλειπαν. Έβλεπα ένα σώμα κενό, χωρίς χυμούς, χωρίς υγρά. Στεγνό! Έμεινα μετέωρος.
«Τι συμβαίνει;» άκουσα βραχνή τη φωνή της Νόρας. Μια ξαφνική αδιαθεσία, δικαιολογήθηκα, ας με συγχωρήσει, αύριο θα τα λέγαμε ξανά. Με κοίταξε θλιμμένη κι έκανε να φύγει. Στην πόρτα κοντοστάθηκε και με ρώτησε το νούμερο του δωματίου του ξένου και μήπως θα θύμωνα εάν... Την καθησύχασα. Έφυγε χωρίς τα ρούχα της, το άλλο δωμάτιο ήταν η σουϊτα ακριβώς δίπλα... Έμεινα μέχρι το πρωί να κοιτάζω με τα μάτια ορθάνοιχτα, κόντευαν να σκιστούν, την ακτινογραφία του άδειου σώματός μου στον καθρέφτη...
Παρ’ όλη μου την έξαψη μετά τα τελευταία γεγονότα έπρεπε να συγκεντρωθώ, γιατί δεν είχα γράψει ούτε μια γραμμή για το λόγο που θα ‘βγαζα σήμερα, πρώτη μέρα των αυξημένων δραστηριοτήτων μου. Μ’ ενοχλούσε αφόρητα βέβαια που δεν άκουγα τους χτύπους της καρδιάς μου, που δεν μπορούσα τίποτα να καταπιώ, που δεν ανέπνεα κι ούτε ήταν δυνατόν να κάνω έρωτα. Όπως και να το κάνεις, σαράντα πέντε χρόνια τώρα το σώμα μου είχε συνηθίσει αυτές τις λειτουργίες. Περισσότερο όμως με απασχολούσε αυτό που συνέβη χτες βράδυ στο δωμάτιό μου με τον καθρέφτη. Έπρεπε από δω κι εμπρός να προσέχω πολύ σε ποιο σημείο, σε σχέση με το φως, θα στεκόμουν, μήπως κι οι άλλοι μπορέσουν και δουν αυτό που είδα εγώ και καταλάβουν. Και ποιος Θα ήθελε να έχει για διευθυντή έναν... Έδιωξα αυτές τις σκέψεις για να γράψω δυο κουβέντες για το λόγο μου. Ευτυχώς το μυαλό μου ήταν ακόμη εδώ.
Στην αίθουσα συνεδριάσεων το φως ήταν χαμηλωμένο, γιατί παρακολουθούσαμε κάποια σλάιντς στην οθόνη σχετικά με την επίδραση της κατάθλιψης στον ανθρώπινο οργανισμό. Δεν πρόσεχα καθόλου. Με απασχολούσε πολύ ο λόγος μου, μήπως κάτι είχα παραλείψει ή δεν ήταν αρκετά κολακευτικός για τους επίτιμους καλεσμένους, όταν είδα να μου κάνει ελαφρό νόημα ο ξένος. Τον πλησίασα αμέσως σκυφτά για να μην ενοχλήσω την προβολή των διαφανειών. Απ’ ό,τι αποδείχτηκε, κι εκείνος σκεφτόταν το λόγο μου και μου υπέδειξε κάποια σημεία, τα οποία κατά τη γνώμη του δεν θα ‘πρεπε να θίξω. Ήταν πολύ λεπτά θέματα και καλύτερα να μην ανακοινώνονταν σ’ όλους τους υπαλλήλους της εταιρείας. Παρ’ όλο το ευγενικό του ύφος κατάλαβα πως επρόκειτο για εντολή. Ήμουν συνηθισμένος όμως σ’ αυτά κι έτσι δεν έδειξα τη δυσαρέσκειά μου. Γύρισα στη θέση μου κι άρχισα να σκέφτομαι τις διορθώσεις που έπρεπε να κάνω στο κείμενό μου. Χάρηκα που ακόμα το μυαλό μου μπορούσε να συγκεντρώνεται έστω και με αρκετή προσπάθεια και ησύχασα γιατί αυτό δεν θα είχε καμιά επίπτωση στην καριέρα μου. Είπα καριέρα και, αν είναι ποτέ δυνατόν, σκέφτηκα τον Μάνθο, το γάιδαρό μου κάτω στην Κρήτη. Όταν αρρώστησε με φώναξε ο πατέρας. Παράτησα τα πάντα, παρ’ όλο που είχα μια σημαντική σύσκεψη, κι έτρεξα. Το ζώο, σαν άνθρωπος, δεν ήθελε να πεθάνει χωρίς να μ’ αποχαιρετήσει. Τον έθαψα σκάβοντας μόνος μου ένα λάκκο. Ήταν λίγο ρηχός, σι πατούχες του εξείχαν απ’ το χώμα. Η Μερόπη με λέει τρελό όταν τα θυμάμαι.
Τα λεπτά περνούσαν και δεν έπρεπε άλλο να καθυστερώ το λόγο μου. Βάλθηκα να τον διορθώσω, γιατί έβλεπα πως τα σλάιντς τέλειωναν κι ερχόταν η σειρά μου. Το κείμενο τώρα ήταν σύμφωνο μ’ αυτά που μου είχαν ζητήσει. Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν θα έκανα κάτι διακινδυνεύοντας την καριέρα μου, σκέφτηκα τη Μερόπη, τα παιδιά, όλους όσοι είχαν υπολογίσει σε μένα... Γι’ αυτό κι όταν πέρασε απ’ το μυαλό μου ξανά η εικόνα του σώματός μου στον καθρέφτη, άρχισε να με λούζει κρύος ιδρώτας, κι αναρωτιόμουν μάλιστα πού βρέθηκαν τόσα υγρά αφού ήμουν... άδειος! Η στιγμή ήταν κρίσιμη, σε μισό λεπτό ήταν προγραμματισμένο να σταματήσουν οι διαφάνειες κι έπρεπε να είμαι ήδη κοντά στο βήμα. Σηκώθηκα.
Μέσα στα δέκα βήματα που είχα να κάνω προσπαθούσα να σκεφτώ μήπως είχα τίποτα ξεχάσει, μήπως υπήρχε κάτι που έπρεπε να προσθέσω στο λόγο μου, να τον κάνω πιο... πιο... όχι, ο εγκέφαλος δεν μου έδινε καμιά σκέψη, σαν να είχε μπλοκάρει, κι όμως υπήρχε μια σκέψη, έντονη, καυτή, αυτή δεν μπορούσα να την αποφύγω, λες και είχε κολλήσει. Η αίθουσα ήταν ακόμη σκοτεινή. Το μέρος που θα ανέβαινα να εκφωνήσω το λόγο μου, έτσι όπως ήταν υποφωτισμένο, μπορούσε να δημιουργήσει τις συνθήκες εκείνες του υπνοδωματίου χτες και... Δεν ήθελα καθόλου να το συλλογίζομαι, αλλά το μυαλό μου δεν υπάκουε. Ο φόβος μην το καταλάβουν με τρέλαινε. Όλα θα πήγαιναν χαμένα. Έκανα ακόμη δυο βήματα, η σκέψη δεν μ’ άφηνε ούτε δευτερόλεπτο. Σφυροκοπούσε μέσα μου και ήταν η μοναδική. Από ένστικτο καταλάβαινα πια ότι δεν υπήρχε μυαλό, μονάχα μια σκέψη. Αυτή!
Ένιωθα σαν ρομπότ που ‘χει κουρδιστεί για να εκτελέσει μία μοναδική εντολή. Παράξενο, σχεδόν χάρηκα, γιατί δεν θα είχα πια την ανάγκη να παίρνω πρωτοβουλίες. Ακόμη μια δρασκελιά κι ανεβαίνω στο βήμα. Διορθώνω με χέρια που τρέμουν το μικρόφωνο, είμαι αρκετά ψηλότερος απ’ τον προηγούμενο, και τοποθετώ μπροστά μου το χαρτί. «Κυρίες και κύριοι, μαζευτήκαμε σήμερα εδώ για να...» Απόλυτη σιωπή επικρατεί στο ακροατήριο, όλοι κρέμονται απ’ τα χείλη του καινούργιου υπεύθυνου για την αγορά των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής. Κι εγώ συνεχίζω να μιλάω.
Το φως ανάβει ελαφρά και φωτίζει την πρώτη γραμμή των καθισμάτων, εκεί που κάθονται οι ξένοι και όλοι οι επίσημοι καλεσμένοι της εταιρείας μας. Στο μυαλό μου χτυπιέται πάντα η ίδια γνωστή σκέψη. Μην το καταλάβουν. Και τότε... Τότε, κάνοντας δυο βήματα αριστερά για να μη με τυφλώνει το φως από τη βιντεοκάμερα που μαγνητοσκοπεί την εκδήλωση, αισθάνομαι ότι έχω βρεθεί στις συνθήκες του υπνοδωματίου χτες. Η ταραχή μου μεγαλώνει. Τη νιώθω στα χέρια μου που δεν μπορούν ούτε ν’ ακουμπήσουν το μικρόφωνο. Η αίθουσα έχει μετατραπεί σ’ έναν τεράστιο σκοτεινό θάλαμο που μ’ εγκλωβίζει.
(Ο πίνακας με τις ψηφοφορίες θα μείνει αναρτημένος ακόιμη 2 μέρες αλλά παρακαλώ μην ψηφίζετε πια)
Monday, June 18, 2007
Η ώρα του ΤΕΛΟΥΣ
Θα δημοιευθούν οι 8 έγκυρες συμμετοχές με αύξοντα αριθμό χωρίς να αναφέρεται ο συγγραφέας τους.
Θα δημοσιευθούν όμως τα ονόματα των συγγραφέων χωρίς τον αύξοντα αριθμό της συμμετοχής τους. Έτσι δεν θα φαίνεται ποιός έγραψε τι. Φυσικά μετά την ψηφοφορία θα ανακοινωθεί το ποιός έγραψε τι.
Θα ποστάρω λίγο από το διήγημα και μετά τις εκδοχές. Διαβάστε -αν έχετε υπομονή- και ψηφίστε.
ΤΟ ΚΟΥΤΑΚΙ ΤΗΣ ΨΗΦΗΦΟΡΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΟΥ ΜΠΛΟΓΚ
(Δυστυχώς εκεί μου βγήκε. Κατεβείτε με το ασανσέρ).
ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ Τυχαία σειρά)
- 2σχ2
- ioeu
- χρήστος φασούλας
- anastassios
- industrialdaisies
- basileios
- composition doll
- the therapist
Αρχίζουμε λοιπόν.
ΤΟ ΚΕΝΟ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ
(μικρή επανάλειψη του προηγούμενου)
Το φως ανάβει ελαφρά και φωτίζει την πρώτη γραμμή των καθισμάτων, εκεί που κάθονται οι ξένοι και όλοι οι επίσημοι καλεσμένοι της εταιρείας μας. Στο μυαλό μου χτυπιέται πάντα η ίδια γνωστή σκέψη. Μην το καταλάβουν. Και τότε... Τότε, κάνοντας δυο βήματα αριστερά για να μη με τυφλώνει το φως από τη βιντεοκάμερα που μαγνητοσκοπεί την εκδήλωση, αισθάνομαι ότι έχω βρεθεί στις συνθήκες του υπνοδωματίου χτες. Η ταραχή μου μεγαλώνει. Τη νιώθω στα χέρια μου που δεν μπορούν ούτε ν’ ακουμπήσουν το μικρόφωνο. Η αίθουσα έχει μετατραπεί σ’ έναν τεράστιο σκοτεινό θάλαμο που μ’ εγκλωβίζει…
ΕΚΔΟΧΗ 1.
Έχουν ήδη περάσει κάποια λεπτά κι εγώ έχω αφήσει μισοτελειωμένη την πρώτη μου πρόταση. Ο οργανωμένος μου εαυτός, αυτός που δεν αποσυντονίζεται ποτέ, μου λέει να συνεχίσω. Το μυαλό μου, όμως, έχει αρχίσει και παίρνει στροφές, μια φευγαλέα σπίθα το διέσχισε και τώρα έχει πάρει φωτιά. Κι αν...
«Τίποτα, τίποτα. Ζαλίστηκα λίγο...»
«Να πάμε σε νοσοκομείο!»
«Όχι, εντάξει... Αλήθεια, καλά είμαι.»
ΕΚΔΟΧΗ 2
Και τότε τον βλέπω. Κάθεται εκεί, στην πρώτη σειρά, ανάμεσα στους επισήμους, χωρίς ν’ ανήκει σ’ αυτούς. Πουθενά δεν ανήκει, δεν είναι ένας από μας, είναι ένας άγνωστος. Ένας άγνωστος που, όμως, έχω την αίσθηση πως τον γνωρίζω και με γνωρίζει καλά. Τα φώτα εξαφανίζονται, ένα μόνο σποτ φωτίζει αποκλειστικά εκείνον.
-Ποιος είσαι;
-Με ξέρεις.
-Όχι, δεν…
-Με ξέρεις, αλλά με ξέχασες. Κάπου με έχασες στο δρόμο.
-Ποιος είσαι;
-Το νόημα της Ζωής.
-Πώς λένε την καλύτερη φίλη της κόρης σου;
-Γιατί δεν πήγες στη συναυλία του γιου σου;
-Τι χρώμα είναι το καινούριο φόρεμα της γυναίκας σου;
-Πόσον καιρό έχεις να δεις τους γονείς σου;
-Είναι ευτυχισμένη η αδελφή σου με τον τελευταίο της γκόμενο;
-Πότε ήταν η τελευταία φορά που είδες ανατολή; Και ηλιοβασίλεμα;
-Γιατί έχεις τόσον καιρό να βρεθείς με τον Θάνο, τον σύντροφο και φίλο των παιδικών σου χρόνων;
-Πότε….;
-Πώς…;
-Γιατί…;
-Μα… το συνέδριο… η θέση σου…
-Φεύγουμε, Μερόπη. Δεν έχω χρόνο για το συνέδριο. Πρέπει να ζήσω. Να ζήσουμε.
ΕΚΔΟΧΗ 3
…κοίταξα στα πόδια μου και αντιλήφθηκα πως το φως από την βιντεοκάμερα δεν έριχνε καν σκιά πίσω μου. Δεν ήμουν μόνο εσωτερικά ένα κενό, ήμουν πια ολόκληρος ένα κενό που προσπαθούσε να μιλήσει στα πρόσωπα και στις σκιές που άκουγαν την κενή φωνή μου. Και τότε γύρισα πίσω το βλέμμα μου στον χώρο του videowall που είχε προβάλει την υποδοχή των ξένων και κατάλαβα με τα λόγια που ήταν εκεί γραμμένα και με το βίντεο του εαυτού μου που έπαιζε σε όλες του τις πιθανότητες πως στην πραγματικότητα δεν υπήρχα και ούτε είχα ποτέ υπάρξει έξω από εκείνο το κενό που με δημιούργησε σαν ένα πείραμα.
ΕΚΔΟΧΗ 4
Τα πρόσωπα σβήνουν. Μόνο τα πρόσωπα. Τα σώματα μένουν να μου θυμίζουν το φόβο μου. Σώματα σκιές. Σχεδόν ενωμένες. Όλο και πιο ενωμένες. Στο τέλος γίνονται μια σκιά. Ένα σκοτάδι. Κι ύστερα ένα φως. Γαλακτερό. Κι η μουσική. Από παντού. Ολόγυρα. Από μέσα μου, έτσι καθώς διέσχιζε ορίζοντας το είμαι και δεν είμαι. Ένιωθα πάλι να ξέρω ποιος είμαι. Κυρίως πού είμαι. Κι ας μην ήξερα τίποτα. Αυτό το τίποτα ήταν άλλωστε τόσο οικείο. Γι' αυτό ηρέμησα. Χαλάρωσα τη γραβάτα, τη διάθεσή μου, κατάπια (αλήθεια, τι?) και είπα:
ΕΚΔΟΧΗ 5
Η έκφραση στα πρόσωπα των καλεσμένων δήλωνε αμηχανία κι ανυπομονησία συνάμα. Κοιτάω με αγωνία τα τρεμάμενα χέρια μου και κυριεύομαι από φρίκη! Το θέαμα είναι κυριολεκτικά απίστευτο... Η επιδερμίδα μου έχει γίνει πάλι διάφανη όπως χθες το βράδυ, μόνο που τώρα δεν φαίνεται τίποτε απολύτως από μέσα... Μαζί με τα ζωτικά μου όργανα είχαν εξαφανιστεί και τα κόκκαλά μου! Ένιωσα να καταρρέω στη διαπίστωση πως είμαι απόλυτα κενός. Εξακολουθούσα να έχω αντίληψη, αν και όχι σε οξύτητα. Η βοή που ερχόταν από την αίθουσα έφτανε ξεψυχισμένη στ'αυτιά μου. Η όραση μου ήταν θολή και το μόνο που μπορούσα να δω ήταν ο γκρεμός... Ο πατέρας μου συνέχιζε να με καθησυχάζει...
ΕΚΔΟΧΗ 6
Νιώθω να αδειάζω. Καινούρια σκέψη ή μάλλον ανάμνηση κυριεύει το μυαλό μου: θυμήθηκα που ζήτησα κάποτε από τη Μερόπη μου να με κρατούσε μαζί της αν ποτέ ένιωθα ελαφρύτερος. Δεν είναι εδώ για να τηρήσει την υπόσχεσή της. Είμαι μόνος μου. Μονάχα εγώ και η μοναδική μου σκέψη. Αιωρούμαι, φτάνω στο ταβάνι της ολοσκότεινης πια αίθουσας. Κι όμως βλέπω πεντακάθαρα, κρυστάλλινα. Η ανάμνηση χάθηκε, η σκέψη επιμένει. Αποχωρίζομαι το σώμα μου μα παράλληλα το βλέπω να στέκει έτοιμο να ξεστομίσει ό,τι σκέφτεται, απελευθερωμένο! Στρέφω το βλέμμα μου και τους αντικρίζω όλους ανεξαιρέτως να με περιμένουν να συνεχίσω το λόγο μου. Το επιστρέφω σε εμένα και για πρώτη φορά νιώθω να με θαυμάζω με όλη μου τη δύναμη για το θάρρος μου καθώς ξεκινάω να μιλάω:
ΕΚΔΟΧΗ 7
Κι έπειτα, μια ξαφνική φωταψία, λες κι άστραψαν χιλιάδες φλας μες στο σκοτεινό θάλαμο του μυαλού μου. Γιατί ο σκοτεινός θάλαμος δεν ήταν τίποτ' άλλο παρά ένα νοσηρό κατασκεύασμα του νου μου, του παρανοϊκού μου εγ









